All language subtitles for The.Wonderful.Story.Of.Henry.Sugar.And.Three.More.2024.1080p.WEBRip.x265.10bit.AAC5.1-[YTS.MX]

af Afrikaans
ak Akan
sq Albanian
am Amharic
ar Arabic
hy Armenian
az Azerbaijani
eu Basque
be Belarusian
bem Bemba
bn Bengali
bh Bihari
bs Bosnian Download
br Breton
bg Bulgarian
km Cambodian
ca Catalan
ceb Cebuano
chr Cherokee
ny Chichewa
zh-CN Chinese (Simplified)
zh-TW Chinese (Traditional)
co Corsican
hr Croatian
cs Czech
da Danish
en English Download
eo Esperanto
et Estonian
ee Ewe
fo Faroese
tl Filipino
fi Finnish
fr French
fy Frisian
gaa Ga
gl Galician
ka Georgian
de German
el Greek
gn Guarani
gu Gujarati
ht Haitian Creole
ha Hausa
haw Hawaiian
iw Hebrew
hi Hindi
hmn Hmong
hu Hungarian
is Icelandic
ig Igbo
id Indonesian
ia Interlingua
ga Irish
it Italian
ja Japanese
jw Javanese
kn Kannada
kk Kazakh
rw Kinyarwanda
rn Kirundi
kg Kongo
ko Korean
kri Krio (Sierra Leone)
ku Kurdish
ckb Kurdish (Soranî)
ky Kyrgyz
lo Laothian
la Latin
lv Latvian
ln Lingala
lt Lithuanian
loz Lozi
lg Luganda
ach Luo
lb Luxembourgish
mk Macedonian
mg Malagasy
ms Malay
ml Malayalam
mt Maltese
mi Maori
mr Marathi
mfe Mauritian Creole
mo Moldavian
mn Mongolian
my Myanmar (Burmese)
sr-ME Montenegrin
ne Nepali
pcm Nigerian Pidgin
nso Northern Sotho
no Norwegian
nn Norwegian (Nynorsk)
oc Occitan
or Oriya
om Oromo
ps Pashto
fa Persian
pl Polish
pt-BR Portuguese (Brazil)
pt Portuguese (Portugal)
pa Punjabi
qu Quechua
ro Romanian
rm Romansh
nyn Runyakitara
ru Russian
sm Samoan
gd Scots Gaelic
sr Serbian
sh Serbo-Croatian
st Sesotho
tn Setswana
crs Seychellois Creole
sn Shona
sd Sindhi
si Sinhalese
sk Slovak
sl Slovenian
so Somali
es Spanish
es-419 Spanish (Latin American)
su Sundanese
sw Swahili
sv Swedish
tg Tajik
ta Tamil
tt Tatar
te Telugu
th Thai
ti Tigrinya
to Tonga
lua Tshiluba
tum Tumbuka
tr Turkish Download
tk Turkmen
tw Twi
ug Uighur
uk Ukrainian
ur Urdu
uz Uzbek
vi Vietnamese
cy Welsh
wo Wolof
xh Xhosa
yi Yiddish
yo Yoruba
zu Zulu

Original subtitles

0

1

Οι παρακάτω τηλεταινίες

γυρίστηκαν και υλοποιήθηκαν εξ ολοκλήρου στο Ηνωμένο Βασίλειο

για το Channel 7, μεταξύ 1978 και 1981.

Δεν έχουν προβληθεί ξανά

μετά την αρχική τους μετάδοση.

Ναι.

Να 'μαστε, στην καλύβα όπου γράφω.

Βρίσκομαι εδώ 30 χρόνια τώρα.

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΕΝΡΙ ΣΟΥΓΚΑΡ ΚΑΙ ΑΚΟΜΑ ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Έχει σημασία, πριν αρχίσω,

να βεβαιώνομαι ότι έχω γύρω μου όλα όσα πρόκειται να χρειαστώ.

Τσιγάρα, ασφαλώς, λίγο καφέ, σοκολάτες.

Και πάντα φροντίζω να έχω ένα καλοξυσμένο μολύβι πριν ξεκινήσω.

Έχω έξι μολύβια. Μετά μ' αρέσει να καθαρίζω τον πίνακά μου.

Δείτε πόσα τρίμματα γόμας.

Εντάξει.

Επιτέλους, μπορώ να αρχίσω.

Συνήθως, απαιτούνται λίγες διορθώσεις.

Ναι.

Ι Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΕΝΡΙ ΣΟΥΓΚΑΡ

Είναι…

Ο Χένρι Σούγκαρ ήταν 41 ετών, ανύπαντρος και πλούσιος.

Πλούσιος, επειδή είχε πλούσιο πατέρα, νεκρό πλέον.

Ανύπαντρος, επειδή ήταν πολύ εγωιστής για να μοιραστεί τα λεφτά του.

Είχε ύψος 1,88

και ίσως μεγάλη ιδέα για την ομορφιά του.

Έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα ρούχα του.

Πήγαινε σε άλλον ράφτη για κοστούμια,

άλλον για πουκάμισα, και σε υποδηματοποιό για παπούτσια.

Ο κομμωτής τού έπαιρνε τις άκρες κάθε δέκα μέρες

και πάντα έκανε μανικιούρ στην ίδια επίσκεψη.

Οδηγούσε Ferrari,

που του κόστισε όσο ένα εξοχικό.

Είχε μόνο πλούσιους φίλους

και δεν είχε δουλέψει ούτε μία μέρα.

Άνθρωποι όπως ο Χένρι Σούγκαρ βολοδέρνουν σαν φύκια σ' όλο τον κόσμο.

Δεν είναι ιδιαίτερα κακοί άνθρωποι, ούτε και καλοί, όμως.

Είναι απλώς μέρος της διακόσμησης.

Όλοι οι πλούσιοι τύπου Χένρι, βέβαια,

έχουν μια κοινή ιδιοτυπία: μια τρομερή ανάγκη να γίνονται πλουσιότεροι.

Δέκα εκατομμύρια δεν είναι ποτέ αρκετά. Ούτε 20.

Πάντα υποφέρουν από ακόρεστη επιθυμία για χρήμα

και από τον τρόμο να ξυπνήσουν ένα πρωί με άδειο λογαριασμό.

Για να αυξήσουν την περιουσία τους, έχουν διάφορες μεθόδους.

Επενδύουν στις διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου.

Σε γη, έργα τέχνης, διαμάντια. Ποντάρουν σε ρουλέτα, χαρτιά, άλογα.

Βασικά, ποντάρουν σε οτιδήποτε.

Ο Χένρι Σούγκαρ ήταν ένας απ' αυτούς. Και δεν ενεργούσε πάντα έντιμα.

Ένα καλοκαίρι,

ο Χένρι πήρε το αμάξι και πήγε στο εξοχικό του σερ Γουίλιαμ Γ.

Υπέροχο το σπίτι. Όπως και το κτήμα.

Όμως, το Σάββατο που έφτασε ο Χένρι, έβρεχε ήδη δυνατά.

Οικοδεσπότης και καλεσμένοι περνούσαν το απόγευμα παίζοντας,

ενώ ο Χένρι παρατηρούσε σκυθρωπός τις στάλες να σκάνε στα τζάμια.

Περιφέρθηκε έξω από το σαλόνι, στο μπροστινό χολ.

Περιπλανήθηκε άσκοπα στο σπίτι. Τελικά, μπήκε αφηρημένα στη βιβλιοθήκη.

Ο πατέρας του σερ Γουίλιαμ ήταν συλλέκτης. Οι πελώριοι τοίχοι

καλύπτονταν πλήρως από παμπάλαιους δερματόδετους τόμους.

Ο Χένρι αδιαφορούσε.

Διάβαζε μόνο αστυνομικές νουβέλες και θρίλερ. Καμία σχέση.

Πήγαινε να φύγει,

όταν κάτι ενδιαφέρον τράβηξε και κράτησε το βλέμμα του.

Τόσο λεπτό, που δεν θα το είχε δει

αν δεν εξείχε από τα βιβλία που το περιέβαλλαν.

Το τράβηξε από το ράφι.

Ήταν απλούστατα

ένα τετράδιο ασκήσεων, σαν αυτά των μαθητών.

Με εξώφυλλο σκούρο μπλε, χωρίς γράμματα.

Στην πρώτη σελίδα, με μαύρο μελάνι και καθαρά, ωραία γράμματα, έγραφε:

ΑΝΑΦΟΡΑ - ΙΜΝΤΑΝΤ ΚΑΝ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΧΩΡΙΣ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑ Ζ. Ζ. ΤΣΑΤΕΡΤΖΙ

Παράξενο. Αλλόκοτο. Τι είναι αυτό;

Βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα και ξεκίνησε από την αρχή.

Ακολουθεί αυτό που διάβασε ο Χένρι στο μικρό, μπλε τετράδιο.

Ονομάζομαι Ζ. Ζ. Τσάτερτζι. Αρχιχειρουργός στο Νοσοκομείο Καλκούτας.

Το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου 1935,

έπινα τσάι στην αίθουσα των γιατρών.

Μαζί μου ήταν άλλοι τρεις, οι Μάρσαλ, Μίτρα και Μακφάρλαν.

Κάποιος χτύπησε την πόρτα.

"Περάστε", είπα.

Με συγχωρείτε. Να σας ζητήσω μια χάρη;

"Είναι ιδιωτικός χώρος", είπα.

Το ξέρω. Συγγνώμη για την ενόχληση,

μα έχω κάτι πολύ ενδιαφέρον να σας δείξω, νομίζω.

Όλοι δυσφορήσαμε και δεν είπαμε τίποτα.

Κύριοι, είμαι κάποιος που βλέπει χωρίς να χρησιμοποιεί τα μάτια του.

Ένας μικροκαμωμένος εξηντάρης,

με άσπρο μουστάκι και μια συστάδα από μαύρες τρίχες στα αυτιά του.

Ακόμα κι αν μου τυλίξετε το κεφάλι με 50 επιδέσμους,

εγώ πάλι θα μπορώ να σας διαβάσω.

Εννοούσε την κάθε του λέξη. Ένιωσα να κεντρίζει την περιέργειά μου.

Περάστε, παρακαλώ.

Για να δούμε. Πόσα δάχτυλα δείχνει ο δρ Μάρσαλ;

-Επτά. -"Πάλι", είπα.

-Εννιά. -"Πάλι", είπα.

-Τρία. -Πάλι.

-Ξανά τρία. -Πάλι.

Κανένα.

Τι κόλπο κάνετε;

Κανένα κόλπο. Το κατάφερα έπειτα από χρόνια εξάσκησης.

Τι είδους εξάσκησης;

Με συγχωρείτε, αυτό είναι προσωπικό θέμα.

Τι θέλετε από μας;

Δουλεύω σε περιοδεύοντα θίασο. Φτάσαμε σήμερα.

Απόψε ξεκινάμε παραστάσεις στο Ρόιαλ Πάλας Χολ.

Το πρόγραμμα με αναφέρει ως:

Ιμντάντ Καν, Ο Άνθρωπος Που Βλέπει Χωρίς Μάτια.

Όποτε φτάνουμε σε μια πόλη,

πάω στο μεγαλύτερο νοσοκομείο

και ζητώ να μου δέσουν τα μάτια όσο το δυνατόν καλύτερα.

Είναι σημαντικό να γίνει από γιατρούς,

αλλιώς ο κόσμος θα με θεωρεί απατεώνα.

Έπειτα, βγαίνω στον δρόμο και κάνω κάτι επικίνδυνο.

Κοίταξα τους άλλους.

Δρ Μίτρα και δρ Μακφάρλαν είχαν ασθενείς. Πηγαίνετε.

-Μα ο δρ Μάρσαλ είπε… -Γιατί όχι; Ας γίνει σωστά.

Ας φροντίσουμε να μη βλέπει τίποτα.

Είστε ευγενικός. Κάντε ό,τι κρίνετε.

"Πριν τον περιδέσουμε", είπα,

"γέμισε τις κόγχες με κάτι μαλακό, στερεό".

-Ζυμάρι; -Άψογο. Πήγαινε στον φούρνο.

Εγώ θα του πιάσω τα βλέφαρα.

Οδήγησα τον Ιμντάντ στο χειρουργείο.

"Ξαπλώστε", είπα.

Πήρα ένα μπουκαλάκι κολλόδιο.

Μ' αυτό θα σας σφραγίσω τα βλέφαρα.

Πώς θα το αφαιρέσω;

Με λίγο αλκοόλ κάτω από τις βλεφαρίδες. Θα διαλυθεί.

Κρατήστε τα μάτια κλειστά μέχρι να σκληρύνει.

Πέρασαν δύο λεπτά.

"Ανοίξτε τα μάτια", είπα. Δεν μπορούσε.

Πήρα ζυμάρι από τον δρα Μάρσαλ και το άπλωσα στο ένα μάτι του Ιμντάντ.

Γέμισα όλη την κόγχη,

ώστε το ζυμάρι να καλύψει και λίγο γύρω δέρμα.

Το ίδιο έκανα στο άλλο μάτι.

Πίεσα δυνατά τις άκρες.

"Σας είναι δυσάρεστο;" ρώτησα.

Καθόλου. Ευχαριστώ.

"Περίδεσέ τον", είπα στον Μάρσαλ.

Τα δάχτυλά μου κολλάνε.

Μετά χαράς. Θα βάλουμε αυτά εδώ…

Ο δρ Μάρσαλ πρόσθεσε παχύ χειρουργικό βαμβάκι πάνω από το ζυμάρι.

Κόλλησε καλά.

Ανακαθίστε.

Ο δρ Μάρσαλ τύλιξε πρόσωπο και κεφάλι με επίδεσμο 7,5 εκατοστών.

Αφήστε τη μύτη ελεύθερη για να αναπνέω.

Φυσικά.

Συγγνώμη, θα νιώσετε ένα τσίμπημα στη σφιχτή πλευρά.

Πώς σας φαίνεται;

"Περίφημο", είπα.

Σαν να είχε κάνει μια φρικτή επέμβαση εγκεφάλου.

Πώς νιώθετε;

Πολύ καλά.

Οφείλω να σας επαινέσω για τη διεξοδική δουλειά σας.

Ο Ιμντάντ Καν σηκώθηκε και περπάτησε προς την πόρτα.

Θεέ και Κύριε! Το είδες; Έπιασε κατευθείαν το χερούλι!

Ο Μάρσαλ δεν χαμογελούσε πια.

Ο Ιμντάντ περπατούσε άνετα, σβέλτα στον διάδρομο.

Ήμασταν στα 4-5 μέτρα. Αλλόκοτο να παρακολουθείς κάποιον

με έναν πελώριο επίδεσμο στο κεφάλι να βολτάρει χαλαρά…

"Το είδε!", αναφώνησα.

"Είδε το καρότσι! Είναι απίστευτο!"

Ο δρ Μάρσαλ δεν απάντησε.

Έκανε έναν μορφασμό δυσπιστίας και σοκ.

Ο Ιμντάντ κατέβηκε τις σκάλες με άνεση.

Δεν έπιανε καν την κουπαστή.

Πολλοί ανέβαιναν πάνω. Έβλεπες πώς αντιδρούσαν.

Στον πάτο της σκάλας, έστριψε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.

Εμείς τον ακολουθούσαμε από κοντά.

Κάτω στην αυλή, 100 ξυπόλητα παιδιά όρμησαν φωνάζοντας

προς τον λευκοκέφαλο επισκέπτη.

Αυτός τα χαιρέτησε υψώνοντας τα χέρια.

Πήγε προς ένα ποδήλατο, ανέβηκε και έκανε ένα οχτάρι.

Τα παιδιά τον κυνηγούσαν γελώντας και ζητωκραυγάζοντας.

Ξεχύθηκε στην κυκλοφορία του πολύβουου δρόμου,

με τις κόρνες των οχημάτων να δίνουν και να παίρνουν.

Οδηγούσε καταπληκτικά.

Για ένα λεπτό, διακρινόταν ακόμα.

Μετά, εξαφανίστηκε σε μια στροφή.

-"Δεν το πιστεύω", είπε ο δρ Μάρσαλ. -Δεν το πιστεύω.

"Ούτε εγώ", είπα.

Γίναμε μάρτυρες ενός θαύματος.

Την υπόλοιπη μέρα, ασχολήθηκα με ασθενείς.

Το βράδυ, πήγα σπίτι μου να αλλάξω.

Έκανα ένα μακρύ, κρύο ντους.

Ήπια ένα ουίσκι με σόδα στη βεράντα, με μόνο μια πετσέτα στη μέση.

Στις επτά παρά δέκα, έφτασα στο Ρόιαλ Πάλας Χολ.

Η παράσταση κράτησε δύο ώρες.

Παραδόξως, την απόλαυσα. Ζογκλέρ, γητευτής φιδιών, πυροφάγος

κι ένας που έσπρωξε ένα μακρύ ξίφος μέχρι το στομάχι.

Τέλος, οι τρομπέτες σάλπισαν

την εμφάνιση του φίλου μας, Ιμντάντ Καν.

Μέλη του κοινού κλήθηκαν να του δέσουν τα μάτια.

Αφού πέταξε μαχαίρια γύρω από ένα αγόρι,

πυροβόλησε το τενεκεδάκι πάνω στο κεφάλι του.

Τέλος, του φόρεσαν ένα μεταλλικό βαρέλι στο ήδη δεμένο κεφάλι του.

Το αγόρι τού έδωσε μια βελόνα στο ένα χέρι και κλωστή στο άλλο.

Μπροστά του έβαλαν έναν μεγάλο μεγεθυντικό φακό.

Χωρίς περιττές κινήσεις,

πέρασε άψογα την κλωστή από την τρύπα της βελόνας.

Έμεινα άναυδος.

Στα παρασκήνια, βρήκα τον Ιμντάντ να κάθεται ήρεμος

και να ξεβάφεται.

Σας τρώει η περιέργεια, γιατρέ.

"Εντελώς", είπα.

Με εντυπωσίασε ξανά η συστάδα από μαύρες τρίχες στα αυτιά του.

Δεν είχα ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο.

Έχω μια πρόταση: Δεν γράφω επαγγελματικά.

Όμως, αν μου πείτε πώς αποκτήσατε τη δύναμη

να βλέπετε χωρίς μάτια, θα το καταγράψω με ευλάβεια.

Θα παλέψω να δημοσιευτεί στη Βρετανική Ιατρική Επιθεώρηση,

ή σε διάσημο περιοδικό.

Θα βοηθούσε; Το να γίνετε πιο γνωστός;

-Θα βοηθούσε πολύ. -Περίφημα.

Έχω μια μέθοδο στενογραφίας για ιατρικά ιστορικά.

Θεωρώ ότι κατέγραψα όλα όσα μου είπε, λέξη προς λέξη.

Σας τα μεταφέρω με απόλυτη ακρίβεια.

ΟΣΑ ΜΟΥ ΕΙΠΕ Ο ΙΜΝΤΑΝΤ ΚΑΝ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

(ΛΕΞΗ ΠΡΟΣ ΛΕΞΗ)

Γεννήθηκα στο Κασμίρ το 1873.

Ο πατέρας μου ήταν εισπράκτορας στους σιδηροδρόμους.

Μια μέρα, ήρθε στο σχολείο μας ένας ταχυδακτυλουργός.

Μαγεύτηκα.

Λίγο μετά, πήρα τις οικονομίες μου

και έφυγα με έναν περιοδεύοντα θίασο.

Αυτό έγινε το 1886. Ήμουν 13 ετών.

Για τρία χρόνια,

γυρνούσα με τον θίασο όλο το Παντζάμπ.

Στο τέλος, ήμουν το πρώτο όνομα.

Όλον αυτόν τον καιρό, έκανα οικονομίες.

Τελικά, μαζεύτηκαν λίγο πάνω από 3.000 ρουπίες.

Άκουσα να λένε για έναν σπουδαίο, φημισμένο γιόγκι,

με τη σπάνια ικανότητα της αιώρησης.

Όταν προσευχόταν, έλεγαν,

όλο του το σώμα ανυψωνόταν 45 πόντους από το έδαφος.

Στη χειρότερη, ένα τρομερό εφέ.

Μουστάκι;

Άφησα τον θίασο

και πήγα στον μικρό οικισμό στις όχθες του Γάγγη,

όπου κατά τις φήμες ζούσε ο γιόγκι.

Μια μέρα, ένας ταξιδιώτης ανέφερε έναν ερημίτη

που είχε συναντήσει όχι μακριά από κει, ολομόναχο στη ζούγκλα.

Αυτό μου ήταν αρκετό.

Έσπευσα να νοικιάσω άλογο και κάρο.

Ενώ παζάρευα με τον οδηγό,

ήρθε κάποιος που πήγαινε προς την ίδια κατεύθυνση

και πρότεινε να μοιραστούμε το κάρο και τα έξοδα.

Τι αδιανόητα φανταστική τύχη!

Μιλώντας στον συνταξιδιώτη,

έμαθα ότι ήταν μαθητής του ίδιου του μεγάλου γιόγκι,

καθ' οδόν για να επισκεφθεί τον δάσκαλό του.

Δεν άντεξα.

"Αυτόν ψάχνω! Μπορώ να τον συναντήσω;"

Εκείνος μου έριξε ένα μακρύ, αργόσυρτο βλέμμα.

"Αυτό είναι αδύνατον", είπε.

Από εκείνη την ώρα, δεν απαντούσε στις ερωτήσεις μου.

Ωστόσο, κατάφερα να μάθω μια λεπτομέρεια:

την ώρα της μέρας που ο γιόγκι άρχιζε τον διαλογισμό.

Ο συνταξιδιώτης μού έκανε νεύμα να σταματήσω, κατέβηκε κι εξαφανίστηκε.

Προσποιήθηκα ότι συνέχισα. Μόλις έστριψα,

πήδηξα κάτω και χώθηκα στο μονοπάτι.

Ο άντρας είχε ήδη εξαφανιστεί στη ζούγκλα.

Κάτι θρόισε στη χαμηλή βλάστηση.

"Αν δεν είναι αυτός, θα 'ναι τίγρη.

Θα μου χιμήξει, θα με ξεσκίσει

και θα με φάει σε μπουκίτσες αιμάτινης σάρκας".

Ήταν αυτός.

Εκεί που περπατούσε δεν υπήρχε ούτε υποψία μονοπατιού.

Προχωρούσε παραμερίζοντας ψηλά μπαμπού

και κάθε λογής πυκνή βλάστηση.

Γλίστρησα πίσω του αθόρυβα, κρατώντας απόσταση περίπου 100 μέτρων.

Όποτε τον έχανα από τα μάτια μου, δηλαδή συνέχεια,

ακολουθούσα τον ήχο των βημάτων του.

Αυτή η νευρική παρακολούθηση κράτησε για μισή ώρα.

Τότε, ξαφνικά, έπαψα να τον ακούω.

Σταμάτησα και έστησα αυτί.

Μέσα από τους πυκνούς θάμνους,

ξάφνου διέκρινα ένα ξέφωτο και δυο καλύβες.

Η καρδιά μου αναπήδησε.

Δίπλα στην κοντινότερη, ήταν ένας νερόλακκος

με ένα χαλάκι προσευχής δίπλα του.

Από πάνω, ένα μεγάλο μπάομπαμπ με όμορφη, παχιά φυλλωσιά.

Όλη τη λάβρα του μεσημεριού, περίμενα.

Τη βαριά, υγρή ζέστη του απογεύματος, περίμενα.

Καθώς πλησίαζε πέντε,

σκαρφάλωσα αθόρυβα στο δέντρο και κρύφτηκα στις φυλλωσιές.

Ο μεγάλος γιόγκι βγήκε από την καλύβα

και κάθισε οκλαδόν στο χαλάκι.

Κάθε του κίνηση ήταν ήρεμη και απαλή.

Έβαλε τα χέρια στα γόνατά του με τις παλάμες κάτω

και πήρε μακριά εισπνοή από τη μύτη.

Μπορούσα ήδη να διακρίνω κάτι σαν λάμψη να τον περιλούζει.

Για 14 λεπτά, παρέμεινε σε απόλυτη ακινησία.

Μετά, ενώ τον παρακολουθούσα και είδα, είμαι βέβαιος γι' αυτό,

το σώμα του να σηκώνεται αργά.

Τριάντα πόντοι από το έδαφος. Σαράντα. Σαράντα πέντε. Πενήντα.

Εξήντα πόντοι από το χαλάκι.

Ψηλά στο δέντρο, αναλογίστηκα

"Εκεί μπροστά σου, ένας άντρας κάθεται στον αέρα".

Σαράντα έξι λεπτά, με το ρολόι, έμεινε το σώμα του να αιωρείται.

Μετά, επέστρεψε αργά στο έδαφος,

ώσπου τα οπίσθιά του ακούμπησαν στο χαλάκι.

Κατέβηκα από το δέντρο κι έτρεξα σ' αυτόν.

Ο μεγάλος γιόγκι έπλενε χέρια και πόδια.

"Πόση ώρα είσαι εδώ;" ρώτησε.

Ξαφνικά, μου πέταξε ένα τούβλο, τόσο δυνατά,

που έσπασε στα δύο όταν με βρήκε στο καλάμι.

Ακόμα έχω το σημάδι. Δείτε το.

Το χτύπημα αποδείχτηκε τυχερό.

Ένας καλός γιόγκι μένει ψύχραιμος. Δεν πετά τούβλα.

Ο γέρος ταπεινώθηκε, μετάνιωσε και απογοητεύτηκε με τον εαυτό του.

Εξήγησε ότι, παρότι δεν μπορούσε να με κάνει μαθητή του,

θα μου έκανε κάποια άτυπη διδασκαλία,

για να επανορθώσει για την επίθεση,

μια επίθεση που μου άξιζε, πάντως.

Αυτό έγινε το 1890.

Ήμουν σχεδόν 17 ετών.

Ποια ήταν, λοιπόν, η διδασκαλία του;

Ιδού.

Το μυαλό είναι διασκορπισμένο.

Ασχολείται ταυτόχρονα με μύρια διαφορετικά θέματα.

Πράγματα που βλέπεις, ακούς, μυρίζεις.

Που σκέφτεσαι ή που παλεύεις να μη σκέφτεσαι.

Πρέπει να μάθεις να συγκεντρώνεσαι

ώστε να βλέπεις ένα αντικείμενο, ένα μόνο, και τίποτε άλλο.

Αν κοπιάσεις, ίσως καταφέρεις να εστιάσεις το μυαλό

σε αυτό που θα επιλέξεις

για περίπου τριάμισι λεπτά.

Αυτό απαιτεί κάπου 20 χρόνια καθημερινής προσπάθειας.

"Είκοσι!" αναφώνησα.

Είκοσι. Μπορεί και παραπάνω.

Αυτός είναι ο συνήθης χρόνος, αν τα καταφέρεις.

Θα έχω γεράσει μέχρι τότε!

Ο χρόνος ποικίλλει. Άλλοι θέλουν 10, άλλοι 30.

Σε σπανιότατες περιπτώσεις, κάποιος ξεχωριστός

μπορεί να αποκτήσει τη δύναμη σε ένα-δύο χρόνια,

αλλά αυτό δεν αφορά εσένα.

Είναι τόσο δύσκολο να συγκεντρωθείς…

Σχεδόν αδύνατον. Δοκίμασε. Κλείσε τα μάτια και σκέψου κάτι.

Σκέψου ένα μόνο αντικείμενο. Φαντάσου το. Δες το.

Σε λίγα δευτερόλεπτα, το μυαλό φεύγει.

Άλλες σκέψεις εισχωρούν. Είναι πολύ δύσκολο πράγμα.

Αυτά είπε ο μεγάλος, σοφός γιόγκι.

Έτσι ξεκίνησε η εξάσκησή μου.

Κάθε βράδυ καθόμουν,

έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουν το άτομο που αγαπούσα πιο πολύ.

Τον μεγάλο μου αδερφό, που πέθανε δέκα ετών από ασθένεια.

Συγκεντρωνόμουν στο πρόσωπό του και, μόλις το μυαλό μου έφευγε,

σταματούσα την άσκηση, ξεκουραζόμουν αρκετά λεπτά

και ξαναπροσπαθούσα.

Πέντε χρόνια μετά,

μπορούσα να συγκεντρώνομαι πλήρως στο πρόσωπό του

για ενάμισι λεπτό.

Σημείωνα πρόοδο.

Στο μεταξύ,

άρχισα να κερδίζω καλά χρήματα ως ταχυδακτυλουργός.

Έχω εκ φύσεως πολύ επιδέξια δάχτυλα.

Πάντα, όμως, συνέχιζα τις ασκήσεις μου.

Κάθε βράδυ, όπου κι αν ήμουν, έβρισκα ένα ήσυχο σημείο

και συγκεντρωνόμουν στο πρόσωπο του αδερφού μου.

Μερικές φορές, άρχιζα κοιτώντας τη φλόγα ενός κεριού.

Η φλόγα ενός κεριού, όπως ξέρετε, έχει τρία διακριτά μέρη:

το κίτρινο ψηλά, το μοβ χαμηλά

και το μαύρο μέσα.

Το τοποθετούσα 40 πόντους από το πρόσωπό μου,

στο ύψος των ματιών μου,

ώστε οι μύες των ματιών να μη χρειάζεται να κάνουν

την παραμικρή κίνηση.

Κοιτούσα το μαύρο τμήμα στο κέντρο, ώσπου όλα γύρω μου εξαφανίζονταν.

Μετά, έκλεινα τα μάτια

και εστίαζα στο πρόσωπο του αδερφού μου.

Το 1907, σε ηλικία 34 ετών, μπορούσα πια να συγκεντρώνομαι για τρία λεπτά

χωρίς το μυαλό μου να αποσπάται.

Εκείνη την εποχή αντιλήφθηκα και μια ελαφριά ικανότητα,

μια αλλόκοτη, μικρή αίσθηση.

Όταν έκλεινα τα μάτια και κοιτούσα κάτι επίμονα,

με άγρια ένταση,

μπορούσα να δω το περίγραμμά του.

Σκέφτηκα κάτι που είχε πει ο γιόγκι:

"Ορισμένοι άγιοι άνθρωποι αποκτούν τόσο ισχυρή συγκέντρωση,

που μπορούν να δουν χωρίς μάτια".

Κάθε νύχτα, μετά τις ασκήσεις μου με τη φλόγα του κεριού,

έπινα ένα φλιτζάνι καφέ, έδενα τα μάτια μου,

καθόμουν στην καρέκλα και έκανα δοκιμές.

Ξεκίνησα με μια τράπουλα.

Την εξέταζα από πίσω, μάντευα τα φύλλα.

Αμέσως, είχα ποσοστό επιτυχίας 60%.

Αργότερα, αγόρασα διάφορους χάρτες

και τους κρέμασα στο δωμάτιο.

Περνούσα ώρες κοιτώντας τους με δεμένα μάτια, μαντεύοντας τι έγραφαν.

Κάθε βράδυ για τα επόμενα οκτώ χρόνια, συνέχιζα τέτοιες ασκήσεις.

Το 1915, μπορούσα να διαβάζω ολόκληρο βιβλίο,

από την αρχή μέχρι το τέλος.

Τα είχα καταφέρει!

Επιτέλους, είχα αυτήν τη δύναμη.

Όπως ξέρετε, εκεί βασίστηκαν όλες οι παραστάσεις μου.

Το κοινό το λάτρεψε, μα όλοι το θεωρούν κόλπο.

Ακόμα και γιατροί, σαν εσάς, που μου δένουν σφιχτά τα μάτια

δεν πιστεύουν ότι μπορεί κανείς να δει χωρίς μάτια.

Όμως, υπάρχουν άλλοι τρόποι να στείλεις εικόνα στον εγκέφαλο.

Ο Ιμντάντ Καν σιώπησε.

Είχε κουραστεί.

"Ποιοι τρόποι;" ρώτησα.

Ειλικρινά, δεν ξέρω.

Η όραση εκτελείται από άλλο μέρος του σώματος.

Ποιο;

Εκείνη τη νύχτα, δεν ξάπλωσα.

Αυτός ο άντρας θα συνάρπαζε τους επιστήμονες.

Ο πιο πολύτιμος εν ζωή άνθρωπος.

Έπρεπε να μάθω μέσα από ποια ακριβώς βιολογία, χημεία, μαγεία

έφτανε μια εικόνα στον εγκέφαλο χωρίς μάτια.

Τυφλοί θα έβλεπαν. Κουφοί θα άκουγαν. Και τι άλλο, άραγε;

Αυτός ο απίθανος άνθρωπος άξιζε να προσεχθεί.

Άρχισα να μεταγράφω προσεκτικά όλα όσα μου είχε πει ο Ιμντάντ.

Έγραφα πέντε ώρες χωρίς σταματημό.

Στις οκτώ το άλλο πρωί, τέλειωσα το πιο σημαντικό κομμάτι:

τις σελίδες που διαβάσατε.

Δεν είδα τον δρα Μάρσαλ μέχρι το διάλειμμα για τσάι.

Του είπα ό,τι προλάβαινα να του πω.

"Απόψε ξαναπάω θέατρο", είπα. Δεν τον χάνω.

Θα έρθω μαζί σου.

Στις 6:45, πήγαμε στο Ρόιαλ Πάλας Χολ.

Παρκάραμε και περπατήσαμε προς το θέατρο.

"Κάτι δεν πάει καλά", είπα.

Ήταν κλειστά και δεν υπήρχε κόσμος.

Η αφίσα ήταν στη θέση της, αλλά κάποιος είχε γράψει πάνω της

"Η αποψινή παράσταση ακυρώνεται".

Ρώτησα έναν γέρο φύλακα δίπλα στις κλειδωμένες πόρτες τι συνέβη.

Κάποιος πέθανε.

"Ποιος;"

Φυσικά, γνώριζα ήδη.

Ο άνθρωπος που βλέπει χωρίς μάτια.

"Πώς;" αναφώνησα.

Πήγε για ύπνο και δεν ξύπνησε.

Συμβαίνουν αυτά.

Γυρίσαμε αργά στο αυτοκίνητο.

Ένιωσα να με κατακλύζουν θλίψη και θυμός.

Κακώς τον άφησα απ' τα μάτια μου.

Έπρεπε να τον είχα αναλάβει πλήρως.

Ο Ιμντάντ Καν έκανε θαύματα.

Επικοινωνούσε με μυστηριώδεις δυνάμεις, πολύ πέρα από τον μέσο άνθρωπο.

Και τώρα ήταν νεκρός.

"Τελείωσε", είπε ο δρ Μάρσαλ.

Τελείωσε.

"Ναι", είπα.

"Τελείωσε".

Αυτή είναι η αληθής και ακριβής καταγραφή

των συναντήσεων με τον Ιμντάντ Καν.

Κοίτα να δεις.

Αυτό κι αν είναι φοβερά ενδιαφέρον.

Μια εκπληκτική πληροφορία.

Ίσως μου αλλάξει τη ζωή.

Η πληροφορία όπου αναφερόταν ο Χένρι

ήταν ότι ο Ιμντάντ Καν είχε εξασκηθεί να διαβάζει τραπουλόχαρτα

από την ανάποδη

και καθώς, όπως είπαμε, δεν ενεργούσε πάντα έντιμα,

ο Χένρι αντιλήφθηκε μεμιάς ότι μπορούσε να βγάλει πολλά.

Κατέβηκε στο κελάρι του μπάτλερ

και ζήτησε κερί, κηροπήγιο και χάρακα.

Πήγε στο δωμάτιό του, κλείδωσε,

κι έκλεισε τις κουρτίνες και το φως.

Έβαλε το κερί στην τουαλέτα. Έφερε καρέκλα.

Πρόσεξε με χαρά ότι τα μάτια του ήταν στο ύψος του φιτιλιού.

Με τον χάρακα, έβαλε το πρόσωπό του στους 40 πόντους από το κερί,

ακολουθώντας το βιβλίο.

Ο Ιμντάντ φανταζόταν το πρόσωπο του αγαπημένου του ανθρώπου.

Στην προκειμένη, του νεκρού αδερφού του.

Ο Χένρι δεν είχε αδερφό.

Έτσι, αποφάσισε να φαντάζεται το δικό του πρόσωπο.

Ενώ ο Χένρι κοιτούσε το μαύρο στο κέντρο της φλόγας,

συνέβη κάτι αξιοσημείωτο.

Το μυαλό του άδειασε, ο εγκέφαλός του ακινητοποιήθηκε,

και ξαφνικά ένιωσε όλο του το σώμα τυλιγμένο

στη ζεστή θαλπωρή

του μικρού, μαύρου κομματιού φλεγόμενης ανυπαρξίας.

Ομολογουμένως, κράτησε μόνο 15 δεύτερα.

Έκτοτε, όπου κι αν ήταν, ό,τι κι αν έκανε,

δεν παρέλειπε να εξασκείται με το κερί πέντε φορές τη μέρα.

Για πρώτη φορά, αφοσιώθηκε σε κάτι με ενθουσιασμό,

και η πρόοδός του ήταν αξιοπρόσεκτη.

Έξι μήνες μετά,

μπορούσε να συγκεντρώνεται στο πρόσωπό του για τρία λεπτά,

χωρίς να εισχωρεί στο μυαλό του καμία άλλη σκέψη.

"Εγώ είμαι", σκέφτηκε ο Χένρι.

"Είμαι η σπάνια περίπτωση που αποκτά

δυνάμεις γιόγκι με απίστευτη ταχύτητα!"

Στο τέλος του πρώτου χρόνου, περνούσε τα πεντέμισι λεπτά.

Η ώρα είχε έρθει.

16 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ, 1959

Καθιστικό Χένρι, Λονδίνο. Μεσάνυχτα.

Για πρώτη φορά, τρέμοντας από προσμονή,

τοποθετεί μπροστά του μια κλειστή τράπουλα

κι εστιάζει στο πρώτο φύλλο.

Αρχικά, βλέπει μόνο το πίσω μοτίβο από λεπτές κόκκινες γραμμές,

ίσως το πιο κοινό σχέδιο τράπουλας στον κόσμο.

Τώρα, μεταφέρει την προσοχή του στην άλλη πλευρά του φύλλου.

Εστιάζει με μεγάλη ένταση στο αόρατο κάτω μέρος του.

Περνούν 30 δεύτερα. Ένα, δύο, τρία λεπτά.

Ο Χένρι μένει ακίνητος.

Η συγκέντρωσή του είναι απόλυτα δουλεμένη.

Οπτικοποιεί την άλλη όψη του φύλλου.

Το μυαλό του διώχνει κάθε άλλη σκέψη.

Στο τέταρτο λεπτό, κάτι γίνεται.

Αργά, μαγικά αλλά ξεκάθαρα,

η κηλίδα γίνεται μπαστούνι, η ελικοειδής μουτζούρα πεντάρι.

Το πέντε μπαστούνι.

Με τρεμάμενα δάχτυλα, πιάνει το φύλλο και το σηκώνει.

"Τα κατάφερα", λέει.

Του γίνεται εμμονή.

Βγαίνει μόνο για να αγοράσει φαγητό και ποτό.

Όλη μέρα, και συχνά ως αργά τη νύχτα,

σκύβει πάνω από τα χαρτιά με το χρονόμετρο,

μειώνοντας αργά τους χρόνους του.

Σε έναν μήνα, ενάμισι λεπτό. Σε έξι, 20 δεύτερα.

Σε επτά ακόμα, 10 δεύτερα.

Στόχος, τα πέντε.

Αν δεν φτάσει να διαβάζει ένα φύλλο σε πέντε,

θα είναι μάταιο να πάει σε καζίνο.

Όμως, όσο πλησιάζει στον στόχο, τόσο πιο δύσκολος γίνεται.

Τέσσερις βδομάδες για να κατέβει στα εννιά.

Άλλες πέντε για τα οκτώ.

Η δουλειά δεν τον ενοχλεί πια.

Αντέχει 12 ώρες σερί, κανένα πρόβλημα.

Είναι βέβαιος ότι θα φτάσει στον στόχο.

Τα τελευταία δύο δεύτερα παίρνουν 11 μήνες.

Όμως, αργά ένα απόγευμα…

Πέντε δεύτερα. Ο Χένρι χρονομετράει σε κάθε φύλλο.

Πέντε δεύτερα.

Πόσο του πήρε να φτάσει εδώ;

Τρία χρόνια και τρεις μήνες αδιάκοπης προσπάθειας.

Το Λονδίνο είχε πάνω από 100 νόμιμα καζίνο.

Ο Χένρι ήταν μέλος σε δέκα, παρακαλώ. Αγαπημένο του, το Lord's House.

Το ωραιότερο στη χώρα, σε μια υπέροχη γεωργιανή έπαυλη.

Χαίρετε, κε Σούγκαρ.

…είπε ο αρμόδιος να μην ξεχνά ποτέ πρόσωπα.

Ο Χένρι ανέβηκε τις θεσπέσιες σκάλες προς τα ταμεία.

Έδωσε μια επιταγή των 10.000 λιρών.

Τροφαντές γυναίκες περιέβαλαν τη ρουλέτα, σαν κότες την ώρα του ταΐσματος.

Κατακόκκινοι άντρες με πούρα μετρούσαν μάρκες,

λάμποντας από απληστία.

Παράξενο. Για πρώτη φορά, ο Χένρι

κοιτούσε με αποστροφή τους φρικτούς πλούσιους.

Έψαξε άδειο κάθισμα στα δεξιά του κρουπιέρη,

σε κάποιο τραπέζι μπλακτζάκ.

Εκείνος έριξε την πλακέτα του Χένρι σε μια σχισμή.

Ήταν σχετικά νέος, με μαύρα μάτια και γκρίζο δέρμα.

Αγέλαστος, έλεγε μόνο τα απαραίτητα.

Είχε λεπτά χέρια και δάχτυλα-αριθμητήριο.

Πήρε κάμποσες μάρκες των 25 λιρών και τις στοίβαξε.

Δεν τις μέτρησε. Τα δάχτυλά του ήταν αλάθητα.

Τις έσπρωξε στον Χένρι.

Καθώς τις τακτοποιούσε,

ο Χένρι κοίταξε το πρώτο φύλλο.

Είδε ότι ήταν δεκάρι. Πόνταρε οκτώ μάρκες, 200 λίρες,

το ανώτατο επιτρεπόμενο του καζίνο.

Πήρε το δεκάρι. Έπειτα, πήρε εννιάρι.

Σύνολο δεκαεννιά.

Στο 19, σταματάς.

Ελπίζεις ο κρουπιέρης να μη βγάλει 20 ή 21. Πάγια τακτική.

-Ο κρουπιέρης είπε στον Χένρι… -Δεκαεννιά.

…και πέρασε στον επόμενο. "Περιμένετε".

Ο κρουπιέρης γύρισε στον Χένρι.

Ανασήκωσε τα φρύδια και κοίταξε ψυχρά.

-Θα τραβήξετε από το 19; -…ρώτησε.

Μόνο με δύο φύλλα δεν καίγεσαι από το 19, με άσο και δυάρι.

Μόνο ένας χαζός θα ρίσκαρε από το 19, ιδίως με 200 λίρες ποντάρισμα.

Το επόμενο φύλλο περίμενε τον κρουπιέρη.

"Ναι", είπε ο Χένρι. "Κι άλλο". Ο κρουπιέρης σήκωσε τους ώμους.

Το δύο σπαθί προσγειώθηκε μπροστά στον Χένρι.

-21. -…είπε ο κρουπιέρης άχρωμα.

Κοίταξε ξανά το πρόσωπο του Χένρι

και έμεινε εκεί, σιωπηλός, προσεκτικός, απορημένος.

Ο Χένρι διατάραξε μια ισορροπία. Σπάνια είχε δει να τραβάνε από 19.

Αυτός το έκανε με ηρεμία και σιγουριά

που εντυπωσίαζαν, και κέρδισε.

Ο Χένρι έπιασε το βλέμμα του και κατάλαβε τη βλακεία του.

Είχε τραβήξει την προσοχή. "Σας παρακαλώ".

Να μην επαναληφθεί.

Πρέπει να προσέχει, ακόμα και να χάνει επίτηδες.

Συνέχισαν να παίζουν.

Με τόσο πελώριο πλεονέκτημα,

δυσκολευόταν να κρατηθεί σε λογικά κέρδη.

Σε μία ώρα, κέρδιζε 30.000.

Εκεί, σταμάτησε.

Θα μπορούσε άνετα να ήταν κι εκατομμύριο.

Ευχαριστώ.

Ο Χένρι ήταν ασφαλώς σε θέση να βγάζει χρήματα

ταχύτερα από οποιονδήποτε στον κόσμο.

Ενδιαφέρον.

Αν αυτή η ιστορία ήταν φανταστική,

θα ήταν αναγκαίο

να επινοήσουμε ένα απρόσμενο, συναρπαστικό τέλος.

Κάτι έντονο και ιδιαίτερο.

Ο Χένρι θα μπορούσε να πάει σπίτι και να μετρά λεφτά.

Θα μπορούσε να νιώσει μια ξαφνική αδιαθεσία.

Έναν πόνο στο στήθος.

Αποφασίζει να πάει για ύπνο. Γδύνεται.

Πάει στην ντουλάπα να βάλει πιτζάμες.

Περνά μπροστά από τον ολόσωμο καθρέφτη. Σταματά.

Αυτομάτως, από συνήθεια, αρχίζει να συγκεντρώνεται.

Ξαφνικά, βλέπει μέσα στο σώμα του.

Καλύτερα από ακτινογραφία. Τα βλέπει όλα.

Αρτηρίες, φλέβες, το αίμα να κυκλοφορεί.

Συκώτι, νεφρά, έντερα. Την καρδιά του να πάλλεται.

Κοιτάζει στο σημείο που πονάει

και βλέπει έναν σκοτεινό όγκο σε μια μεγάλη φλέβα, δεξιά της καρδιάς.

Ένας θρόμβος. Στην αρχή, δείχνει ακίνητος.

Μετά, κινείται. Ανεπαίσθητα. Μόνο ένα χιλιοστό.

Το αίμα τρέχει πίσω του και τον προσπερνά,

κι ο θρόμβος προχωρά ξανά.

Τινάζεται μπροστά έναν πόντο. Ο Χένρι είναι έντρομος.

Ξέρει ότι ένας μεγάλος θρόμβος ταξιδεύει στη φλέβα του.

Θα φτάσει στην καρδιά.

Θα πεθάνει.

Όχι άσχημο τέλος αν ήταν μυθοπλασία. Δεν είναι.

Είναι αλήθεια.

Μόνο επινοημένο είναι το όνομα του Χένρι Σούγκαρ.

Το όνομα του πρέπει να προστατευτεί. Ακόμα και τώρα.

Εκτός αυτού, είναι αληθινή ιστορία

και, επομένως, πρέπει να έχει και αληθινό τέλος.

Δείτε τι συνέβη πραγματικά.

Περπάτησε μία ώρα. Μια δροσερή, ευχάριστη βραδιά.

Η πόλη ακόμα εντελώς ξύπνια.

Ένιωθε την παχιά δεσμίδα στην εσωτερική του τσέπη.

Τη χτύπησε ελαφρά.

Πολλά χρήματα για δουλειά μίας ώρας.

Κι όμως, ήταν μπερδεμένος.

Δεν καταλάβαινε γιατί δεν ενθουσιαζόταν με την επιτυχία του.

Τρία χρόνια νωρίτερα, πριν από τη γιόγκα,

θα 'χε ξετρελαθεί από χαρά,

θα έσπευδε σε νάιτ κλαμπ να το γιορτάσει.

Αλλά ο Χένρι δεν ένιωθε χαρά.

Ένιωθε θλίψη.

Κάθε φορά που πόνταρε, η νίκη ήταν βέβαιη.

Καμία έξαψη, καμία αγωνία, κανένας κίνδυνος.

Μπορούσε να γυρίσει τον κόσμο βγάζοντας εκατομμύρια.

Θα περνούσε, όμως, καλά;

Κάτι ακόμα. Μήπως αυτή η διαδικασία

απόκτησης δυνάμεων γιόγκι

είχε αλλάξει ριζικά και αμετάκλητα όλη την κοσμοθεωρία του;

Ήταν πιθανό.

Το επόμενο πρωί, ο Χένρι σηκώθηκε αργά,

είδε την πελώρια δεσμίδα πάνω στην τουαλέτα,

και δεν την ήθελε.

Καλημέρα σας. Για σας είναι. Ένα δώρο.

Ένα τι;

Βάλτε το στην τσέπη!

Εντάξει.

Τι είναι αυτό;

Χρήματα είναι.

Κρατήστε τα!

Έλα…

Κάποιος χτυπάει.

Τι νομίζετε πως κάνετε;

Συγγνώμη για το πλήθος. Μοιράζω χρήματα.

-Προκαλείτε ταραχές! -Χρήματα δίνω, απλώς.

Δεν το ξανακάνω. Θα φύγουν σύντομα.

Ο αστυνομικός έβγαλε από την τσέπη 50 λίρες.

-Πήρατε κι εσείς. -Είναι στοιχείο. Πού τα βρήκατε;

Τα κέρδισα στο μπλακτζάκ. Είχα τρομερή ρέντα.

Ο αστυνομικός σημείωσε το όνομα του καζίνο.

Ρωτήστε, λέω αλήθεια.

Κατέβασε το μπλοκάκι. "Αδιαφορώ".

-Δεν σας νοιάζει; -Καθόλου.

Βασικά, σας πιστεύω.

Αλλά αυτό δεν δικαιολογεί καθόλου την πράξη σας.

Γιατί, έκανα κάτι παράνομο;

Παράνομο;

Είστε ηλίθιος!

Αν έχετε την τύχη να κερδίσετε ένα τόσο μεγάλο ποσό

και θέλετε να το χαρίσετε, μην το πετάτε από το παράθυρο.

Δώστε το κάπου που θα κάνει καλό. Ένα νοσοκομείο, ένα ορφανοτροφείο.

Νοσοκομεία και ορφανοτροφεία παντού

δεν έχουν λεφτά ούτε για χριστουγεννιάτικα δώρα.

Κι έρχεσαι εσύ, κακομαθημένε,

που δεν έχεις ιδέα τι σημαίνει στέρηση,

και πετάς λεφτά από το παράθυρο!

Ο αστυνομικός κατέβηκε με θόρυβο τις σκάλες.

Ο Χένρι πάγωσε.

Αυτά τα λόγια, η οργή με την οποία ειπώθηκαν,

χτύπησαν στο ψαχνό.

Ένιωσε ντροπή.

Απαίσιο συναίσθημα.

Τότε, ξαφνικά,

ο Χένρι ένιωσε να τον διαπερνά μια έντονη ανατριχίλα,

και συνέλαβε μια ιδέα που θα άλλαζε τα πάντα.

Βημάτιζε πέρα δώθε,

εξετάζοντας τα στοιχεία που θα την έκαναν εφικτή.

Πρώτον. Θα κερδίζω ένα πολύ μεγάλο ποσό

κάθε μέρα της ζωής μου από εδώ και στο εξής.

Δύο. Ποτέ στο ίδιο καζίνο πάνω από μία φορά το εξάμηνο.

Τρία. Όχι υπερβολικά κέρδη σε μία επίσκεψη.

Όριο οι 50.000 λίρες τη βραδιά.

Τέσσερα. 50.000 λίρες επί 365 βραδιές τον χρόνο.

Μας κάνει 18,25 εκατομμύρια λίρες.

Πέντε. Θα κινούμαι.

Όχι πάνω από τρεις βραδιές σε κάθε πόλη.

Λονδίνο, Μόντε Κάρλο, Κάνες, Μπιαρίτζ,

Ντοβίλ, Λας Βέγκας, Πόλη του Μεξικού, Μπουένος Άιρες, Νασάου.

Έξι. Θα ιδρύσω νοσοκομεία και ορφανοτροφεία σε όλο τον κόσμο.

Ως όνειρο, ίσως ακούγεται γλυκανάλατο,

μα στην πράξη μπορεί να λειτουργήσει.

Εγώ δεν το βρίσκω καθόλου γλυκανάλατο. Θα είναι αδιανόητα υπέροχο.

Επτά. Χρειάζομαι έναν συνεργάτη, να παραλαμβάνει τα χρήματα

και να τα διανέμει σωστά.

Κάποιον που να εμπιστεύομαι βαθιά και κατηγορηματικά.

Ο Τζον Γουίνστον ήταν λογιστής του Χένρι και του πατέρα του,

και ο πατέρας του λογιστής του παππού του Χένρι.

Μπορείς να είσαι ο πλουσιότερος στη Γη.

Δεν θέλω να είμαι ο πλουσιότερος στη Γη.

Δεν θα 'μαι στην Αγγλία. Θα τα παίρνει η Εφορία.

Θα πάω στην Ελβετία. Μα όχι αύριο.

Δεν είμαι εργένης όπως εσύ, χωρίς δεσμεύσεις.

Θα μιλήσω στην οικογένεια και τους συνεργάτες μου.

Θα πουλήσω το σπίτι, θα βρω άλλο στην Ελβετία,

και σχολείο για τα παιδιά. Θέλω χρόνο.

Ένα έτος μετά, ο Χένρι είχε στείλει λίγο πάνω από 120 εκατ.

στον Γουίνστον στη Λωζάνη.

Κάθε εργάσιμη, έφταναν χρήματα

στην ελβετική Γουίνστον Σούγκαρ ΕΠΕ.

Μόνο ο Τζον κι ο Χένρι ήξεραν την προέλευση

και τον σκοπό των χρημάτων.

Καλύτερη μέρα ήταν η Δευτέρα,

διότι τότε έφταναν τα κέρδη του τριημέρου

που δεν είχε τράπεζες.

Κινιόταν με φοβερή ταχύτατα

και άλλαζε ταυτότητα πολλές φορές τη βδομάδα.

Συχνά, το μόνο στοιχείο για τις κινήσεις του Χένρι

ήταν η διεύθυνση της τράπεζας αποστολής. Ήταν κάτι απίστευτο.

Ο Χένρι πέθανε πέρυσι, στα 63 του, από πνευμονική εμβολή.

Κυριολεκτικά, την είδε να έρχεται, αλλά ήταν ήρεμος.

Εφάρμοζε το σχέδιό του πάνω από 20 χρόνια.

Είχε βγάλει 644 εκατομμύρια λίρες.

Είχε αφήσει 21 εδραιωμένα

και καλά οργανωμένα νοσοκομεία και ορφανοτροφεία,

που διεύθυνε και χρηματοδοτούσε από τη Λωζάνη ο Τζον Γουίνστον.

Το έργο του ολοκληρώθηκε.

Πώς τα ξέρω αυτά, θα μου πείτε. Καλή ερώτηση. Θα σας πω.

Λίγο μετά τον θάνατο του Χένρι, με πήρε από την Ελβετία ο Τζον.

Συστήθηκε απλώς

ως ο επικεφαλής της εταιρείας Γουίνστον Σούγκαρ ΕΠΕ

και με ρώτησε αν θα τον έβρισκα στη Λωζάνη,

για να γράψω μια σύντομη ιστορία της οργάνωσης.

Δεν ξέρω γιατί με διάλεξε.

Ίσως διάλεξε τυχαία από λίστα με συγγραφείς.

Θα πλήρωνε καλά, είπε, και πρόσθεσε

"Έφυγε ένας υπέροχος άνθρωπος.

Λεγόταν Χένρι Σούγκαρ.

Πιστεύω ότι ο κόσμος πρέπει να μάθει για αυτά που πρόσφερε".

Στην άγνοιά μου,

ρώτησα αν η ιστορία ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα,

ώστε να αξίζει να εκδοθεί.

Ο Τζον Γουίνστον θίχτηκε. Προσβλήθηκε, μπορώ να πω.

Μέσα σε πέντε λεπτά,

μου είπε στο τηλέφωνο για τη μυστική καριέρα του Χένρι.

Δεν ήταν πια μυστική.

Ο Χένρι είχε πεθάνει και δεν θα έμπαινε ξανά σε καζίνο.

"Έρχομαι", είπα.

Στη Λωζάνη γνώρισα τον Τζον, πλέον πάνω από 70 ετών,

και τον Μαξ Ένγκελμαν,

γνωστό μακιγιέρ, που ταξίδευε μαζί με τον Χένρι

και αναλάμβανε τις εξαίσιες μεταμφιέσεις του.

Ήταν συντετριμμένοι με τον χαμό του Χένρι. Ο Μαξ πιο πολύ κι απ' τον Τζον.

Τον αγαπούσα. Σπουδαίος άνθρωπος.

Ο Γουίνστον μού έδειξε το αυθεντικό μπλε τετράδιο

που έγραψε ο Τσάτερτζι στην Καλκούτα το 1935.

Αργότερα, το αντέγραψα πιστά.

"Κάτι τελευταίο", είπα.

Τον λέτε Χένρι Σούγκαρ, ενώ είπατε ότι δεν τον έλεγαν έτσι.

Δεν θέλετε να πω το αληθινό όνομα όταν γράψω την ιστορία;"

-Όχι. -…είπε ο Τζον.

Έχουμε υποσχεθεί να μην το αποκαλύψουμε.

Υποθέτω ότι αργά ή γρήγορα θα διαρρεύσει.

Καταγόταν από γνωστή αγγλική οικογένεια,

αλλά θα το εκτιμούσα αν δεν το αναζητήσετε.

Πείτε τον απλώς κύριο Χένρι Σούγκαρ.

Κι αυτό ακριβώς έκανα.

"Η Υπέροχη Ιστορία του Χένρι Σούγκαρ" γράφτηκε από τον Ρόαλντ Νταλ

στην καλύβα του στο Τσιγγάνικο Σπίτι στο Γκρέιτ Μίσεντεν στο Μπάκιγχαμσιρ

μεταξύ Φεβρουαρίου και Δεκεμβρίου του 1976.

ΙΙ Ο ΚΥΚΝΟΣ

ΔΗΜΟΣΙΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

Στον Έρνι χάρισαν ένα τουφέκι ως δώρο γενεθλίων.

Πήρε όπλο και σφαίρες, και πήγε να βρει κάτι να σκοτώσει.

Στο σπίτι του Ρέιμοντ,

έχωσε δυο δάχτυλα στο στόμα και σφύριξε διαπεραστικά.

Ο Ρέιμοντ ήταν κολλητός του. Έμενε λίγο παρακάτω.

Σήκωσε το όπλο πάνω από το κεφάλι.

"Καλά θα περάσουμε με τούτο!" είπε ο Ρέιμοντ.

Τα δυο αγόρια έφυγαν. Ήταν Μάιος, Σάββατο πρωί.

Οι καστανιές ήταν ολάνθιστες,

και τα άνθη του κράταιγου λευκά.

Καθώς Έρνι και Ρέιμοντ προχωρούσαν στο μονοπάτι,

έριχναν σε όποιο πουλάκι έβλεπαν.

Πύρρουλες, σπουργίτες, θαμνοτσιροβάκους, σιταρήθρες.

Όταν έφτασαν στις γραμμές του τρένου, 14 πουλάκια

κρέμονταν ήδη από ένα σχοινί.

"Κοίτα!" ψιθύρισε ο Έρνι κι έδειξε με το χέρι. "Εκεί!"

Ένα αγόρι κοιτούσε με τα κυάλια

στα κλαδιά ενός γέρικου δέντρου.

"Ο μπούφος ο Γουότσον!"

Ο Πίτερ Γουότσον ήταν μικρόσωμος,

με φακίδες και γυαλιά με χοντρούς φακούς.

Ήταν λαμπρός μαθητής,

τελειόφοιτος ήδη, κι ας ήταν μόλις 13.

Λάτρευε τη μουσική και έπαιζε καλό πιάνο.

Ήσυχος, ευγενής, δεν το 'χε με το παιχνίδι.

Τα δυο μεγαλύτερα παιδιά πλησίασαν το αγόρι αθόρυβα.

Δεν τους πρόσεξε. Κοιτούσε με τα κυάλια,

κι αυτό που έβλεπε τον είχε απορροφήσει.

"Ψηλά τα χέρια!" φώναξε ο Έρνι σημαδεύοντάς τον.

Ο Πίτερ Γουότσον σάστισε.

Κοίταξε τους δύο εισβολείς μέσα από τα κυάλια.

"Άντε, ψηλά τα χέρια!" φώναξε ο Έρνι.

Ο Γουότσον δεν σάλεψε.

Έμεινε να κρατά τα κυάλια και με τα δύο χέρια.

Κοίταζε τα δύο αγόρια.

Δεν φοβόταν, αλλά ήξερε πως δεν σήκωναν αστεία.

Τον είχαν ταλαιπωρήσει πολύ στο παρελθόν.

Πάνω τα χέρια.

Ήταν η μόνη λογική επιλογή.

Ο Ρέιμοντ πλησίασε και του άρπαξε τα κυάλια.

"Ποιον κατασκοπεύεις;" φώναξε.

Ο Γουότσον ζύγισε την κατάσταση.

Αν έτρεχε να φύγει, θα τον έπιαναν στο λεπτό.

Αν φώναζε βοήθεια, κανείς δεν θα τον άκουγε.

Η μόνη επιλογή ήταν να μείνει ήρεμος

και να τους πιάσει με το καλό.

"Κοιτούσα έναν πράσινο τρυποκάρυδο", είπε.

"Έναν τι;" "Τρυποκάρυδο. Αρσενικό". Picus viridis.

"Χτυπούσε με το ράμφος τον κορμό για να βρει σκουλήκια".

"Πού;" είπε ο Έρνι και σήκωσε το όπλο.

"Θα τον πετύχω!" "Όχι", είπε ο Πίτερ,

κοιτώντας τα νεκρά πουλιά πάνω από τον ώμο του Ρέιμοντ.

"Έφυγε μόλις φώναξες. Οι τρυποκάρυδοι φοβούνται εύκολα".

Ο Ρέιμοντ ψιθύρισε κάτι στον Έρνι.

Αυτός χτύπησε τον μηρό του. "Καλή ιδέα!"

Άφησε το όπλο στο έδαφος και πλησίασε το αγόρι.

Το έριξε κάτω.

Ο Ρέιμοντ έβγαλε σπάγγο κι έκοψε ένα κομμάτι.

Έδεσαν σφιχτά τους καρπούς του Πίτερ.

"Τώρα πόδια", είπε ο Ρέιμοντ.

Αντιστάθηκε και δέχτηκε γροθιά στο στομάχι.

Διπλώθηκε κι έμεινε ακίνητος.

Τα αγόρια τού έδεσαν τους αστραγάλους,

σφιχτά σαν κοτόπουλο.

Ο Έρνι πήρε το όπλο του

και οι δυο τους τον μετέφεραν στις γραμμές του τρένου.

Ο Πίτερ Γουότσον δεν έβγαζε άχνα.

Ό,τι κι αν σχεδίαζαν, δεν θα ωφελούσε αν μιλούσε.

Τον έσυραν μέχρι το ανάχωμα

και τον ξάπλωσαν πάνω στις ράγες. Αυτές τις ράγες.

Αυτές εδώ τις ράγες.

Σ' εμένα συνέβη, πάνε 27 χρόνια. Είμαι ο Πίτερ Γουότσον.

"Σπάγγο", είπε ο Έρνι.

Όταν τέλειωσαν, ο Πίτερ ήταν αβοήθητος,

δεμένος σφιχτά στις ράγες.

Μόνο κεφάλι και πόδια μπορούσε να σαλέψει.

Τα αγόρια έκαναν λίγο πίσω, να δουν το έργο τους.

"Σένια δουλειά", είπε ο Έρνι.

"Είναι φόνος", είπε το αγόρι από τις ράγες.

"Όχι απαραίτητα", είπε ο Έρνι.

"Ανάλογα με το κενό του τρένου.

Με ίσιο το σώμα, μπορεί να τη γλιτώσεις".

Σκαρφάλωσαν στο ανάχωμα και κάθισαν πίσω από κάτι θάμνους.

Ο Έρνι έβγαλε τσιγάρα. Κάπνισαν.

Ο Πίτερ ήξερε πως δεν θα τον άφηναν.

Ήταν επικίνδυνα παιδιά, θεότρελα.

Επικίνδυνα, θεότρελα, ανόητα παιδιά.

"Πρέπει να ηρεμήσω. Να σκεφτώ", μονολόγησε.

Ασάλευτος, ζύγισε την κατάσταση.

Πιο πολύ εξείχε η μύτη του.

Υπολόγιζε πως η μύτη του έφτανε 10 εκατοστά πάνω από τις ράγες.

Ήταν πολύ; Με τις ντιζελομηχανές, δεν ήξερε.

Το κεφάλι ακουμπούσε σε χαλίκια μεταξύ δύο στρωτήρων.

Έπρεπε να τα βαθουλώσει λίγο.

Άρχισε να στριφογυρνά το κεφάλι, διώχνοντάς τα

και δημιουργώντας σταδιακά μια μικρή εσοχή.

Υπολόγισε πως χαμήλωσε το κεφάλι 5 εκατοστά.

Θα ήταν αρκετό. Τα πόδια, όμως;

Γύρισε τα πέλματα προς τα μέσα, να χαμηλώσουν,

και περίμενε το τρένο.

Αναρωτήθηκε αν θα δημιουργούνταν κενό αέρος κάτω από το τρένο

που, ενώ έτρεχε, θα τον ρούφαγε προς τα πάνω. Ίσως.

Έπρεπε να επικεντρωθεί

στο να πιέσει όλο του το σώμα στο έδαφος.

"Μη χαλαρώνεις. Σφιχτό σώμα, τεντωμένο και κολλημένο στο έδαφος".

Ο Πίτερ κοιτούσε τον λευκό ουρανό.

Ένα μοναχικό σύννεφο προχωρούσε αργά.

Ένα αεροπλάνο έσχισε το σύννεφο.

Ένα μονοπλάνο με κόκκινη άτρακτο.

Ένα παλιό Piper Cub, λογικά. Το κοίταζε μέχρι που εξαφανίστηκε.

Έπειτα, άξαφνα,

άκουσε έναν παράξενο ήχο κι ένιωσε μια δόνηση μέσα από τις ράγες.

Ένας ανεπαίσθητος ψίθυρος, που μόλις ακουγόταν

κι έμοιαζε να φτάνει από μακριά μέσα από τις ράγες.

Ο Πίτερ σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τη γραμμή

που απλωνόταν ένα μίλι μακριά.

Είδε το τρένο.

Πρώτα μια μαύρη κουκκίδα, μα όσο κρατούσε όρθιο το κεφάλι

η κουκκίδα ολοένα μεγάλωνε

και έπαιρνε μορφή. Δεν ήταν πια κουκκίδα,

μα το μεγάλο, τετράγωνο πρόσθιο μέρος μιας ντιζελομηχανής.

Έριξε πίσω το κεφάλι, το πίεσε δυνατά

μέσα στην εσοχή στο χαλίκι

και γύρισε τις πατούσες.

Έκλεισε σφιχτά τα μάτια και πίεσε το σώμα του κάτω.

Το τρένο κατέφθασε με εκκωφαντικό θόρυβο.

Σαν κρότος όπλου στο κεφάλι του.

Ακολούθησε ένας δυνατός αέρας σαν ουρλιαχτό,

σαν τυφώνας που από τα ρουθούνια έφτανε στους πνεύμονες.

Ο θόρυβος ήταν διαλυτικός. Ο αέρας τον έπνιγε.

Ένιωσε σαν να τον τρώνε ζωντανό

και να καταλήγει στο στομάχι ενός φονικού τέρατος που ούρλιαζε.

Μετά, τίποτα. Το τρένο είχε φύγει.

Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε τον ουρανό

και το σύννεφο που ακόμα περιπλανιόταν.

Όλα είχαν τελειώσει. Τα είχε καταφέρει.

-"Λύσε τον". -Είπε ο Έρνι.

Ο Ρέιμοντ έκοψε τον σπάγγο από τις ράγες.

"Λύσε τα πόδια, άσε τα χέρια δεμένα".

Ο Ρέιμοντ τού έλυσε τους αστραγάλους.

"Είσαι ακόμα αιχμάλωτος, φιλαράκο", είπε ο Έρνι.

Μέσα από το διπλανό χωράφι, τα αγόρια οδήγησαν τον Πίτερ στη λίμνη.

Οι καρποί του αιχμαλώτου ήταν ακόμα δεμένοι.

Ο Έρνι είχε το όπλο στο ελεύθερο χέρι

κι ο Ρέιμοντ κρατούσε τα κυάλια του Πίτερ.

Η λίμνη ήταν στενόμακρη,

με ψηλές ιτιές στις όχθες της.

Στη μέση, το νερό ήταν διαυγές.

Προς την όχθη, ήταν ένα δάσος από βούρλα.

"Και τώρα προτείνω το εξής", είπε ο Έρνι.

"Εσύ πιάνεις τα χέρια, εγώ τα πόδια,

και τον πετάμε όσο πιο μακριά μπορούμε πάνω από τις καλαμιές".

"Κοίτα εκεί!", τον διέκοψε ο Ρέιμοντ. "Πάνω του!"

Ο Πίτερ γύρισε. Τον είδε αμέσως.

Σε μια φωλιά, φτιαγμένη από έναν πελώριο σωρό από καλάμια,

εξήντα πόντους από την επιφάνεια,

ένας υπέροχος λευκός κύκνος, γαλήνιος, σαν άλλη Κυρά της Λίμνης.

Έστρεψε το κεφάλι προς τα αγόρια, επιφυλακτικός, θορυβημένος.

"Κοίτα ομορφιά!" αναφώνησε ο Ρέιμοντ.

Ο Έρνι άφησε το χέρι του αιχμαλώτου και σήκωσε το όπλο.

"Εδώ είναι… Είναι καταφύγιο πουλιών", ψέλλισε ο Πίτερ.

"Τι πράγμα;" ρώτησε ο Έρνι.

Ο Πίτερ ένιωσε την οργή να φουντώνει μέσα του.

Προσπάθησε να μείνει ήρεμος.

"Είναι το πιο προστατευόμενο είδος,

και δεν πυροβολείς πουλί στη φωλιά του. Ίσως έχει μωρά.

Μην το κάνεις. Σε παρακαλώ. Μη, σε ικετεύω! Σταμάτα!"

Η σφαίρα βρήκε το όμορφο κεφάλι του πουλιού,

κι ο μακρύς λαιμός του κύλησε αργά στο πλάι της φωλιάς.

Άνοιξε.

"Λύσε του τα χέρια. Θα 'ναι το κυνηγόσκυλο".

Ο Ρέιμοντ έκοψε τον σπάγγο από τους καρπούς του.

"Τράβα φέρ' τον!"

"Αρνούμαι", είπα.

Ο Έρνι χτύπησε τον Πίτερ στο πρόσωπο με την παλάμη.

Ένα ρυάκι αίμα έτρεξε από το ρουθούνι του.

"Πες όχι άλλη μια φορά και σου υπόσχομαι ένα πράγμα:

θα σου σπάσω τα κάτασπρα μπροστινά σου δόντια,

πάνω και κάτω. Με κατάλαβες;"

Ο Πίτερ σιωπούσε.

"Μίλα!" γάβγισε ο Έρνι. "Κατάλαβες;"

"Ναι", είπε σιγανά ο Γουότσον. "Κατάλαβα".

Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του

καθώς κατέβαινε την όχθη κι έμπαινε στο νερό.

Έφτασε στον νεκρό κύκνο και τον σήκωσε τρυφερά με τα δυο χέρια.

Από κάτω βρίσκονταν δυο κυκνάκια, καλυμμένα με γκρίζο χνούδι,

κουλουριασμένα στο κέντρο της φωλιάς.

"Αβγά;" φώναξε ο Έρνι από την όχθη.

"Όχι", απάντησε ο Πίτερ. "Τίποτα".

Μετέφερε τον νεκρό κύκνο στην όχθη.

Τον απίθωσε απαλά στο έδαφος, σηκώθηκε και κοίταξε τους άλλους.

Τα μάτια του, δακρυσμένα ακόμη, άστραφταν από οργή.

"Εσείς έπρεπε να είχατε πεθάνει", είπε.

Ο Έρνι φάνηκε να ξαφνιάζεται λίγο, αλλά συνήλθε ταχύτατα.

Μια δυσοίωνη σπίθα χόρεψε στα μικρά μαύρα μάτια του.

"Το μαχαίρι, Ρέιμοντ".

Στην ένωση της φτερούγας με το σώμα υπάρχει μια άρθρωση.

Ο Έρνι γλίστρησε μέσα της το μαχαίρι κι έκοψε τον τένοντα.

Το μαχαίρι ήταν κοφτερό

και σύντομα η φτερούγα αφαιρέθηκε όλη.

Ο Έρνι γύρισε τον κύκνο κι έκοψε και την άλλη.

"Σπάγγο", είπε κι άπλωσε το χέρι προς τον Ρέιμοντ.

Έκοψε οκτώ κομμάτια των 90 εκατοστών

και τα έδεσε κατά μήκος του πάνω μέρους της φτερούγας.

"Άπλωσε τα χέρια".

Ο Πίτερ στεκόταν στον ήλιο πλάι στη λίμνη

αυτό το όμορφο πρωινό του Μάη,

με τις άψυχες, ελαφρά ματωμένες φτερούγες

να κρέμονται άχαρα από τις δυο μεριές.

Ο Έρνι χτύπησε παλαμάκια και χόρεψε στο γρασίδι.

"Τελείωσες;" ρώτησε ο Πίτερ Γουότσον.

"Οι κύκνοι δεν μιλάνε", είπε ο Έρνι.

Περπάτησαν κατά μήκος της όχθης ώσπου έφτασαν σε μια ψηλή ιτιά.

Τα κλαδιά κρέμονταν από μεγάλο ύψος,

σχεδόν άγγιζαν την επιφάνεια της λίμνης.

"Και τώρα, κύριε Κύκνε,

θα σκαρφαλώσεις στην κορυφή,

θα ανοίξεις τα φτερά και θα πετάξεις!"

"Φοβερό!" κραύγασε ο Ρέιμοντ.

Η σκέψη να βρεθεί ψηλά,

μακριά από αυτούς τους βάρβαρους, άρεσε στον Πίτερ.

Δεν σκόπευε να το κουνήσει από κει.

Δεν θα έκαναν τον κόπο να τον ακολουθήσουν.

Κι αν το έκαναν, θα σκαρφάλωνε σε ένα κλαδί

που δεν θα σήκωνε το βάρος δύο ανθρώπων.

Ήταν αρκετά εύκολο να σκαρφαλώσει, με χαμηλά κλαδιά για να πατήσει.

"Πιο ψηλά!" φώναξε ο Έρνι. "Μπρος!"

Ο Πίτερ έφτασε σε ένα σημείο όπου δεν ανέβαινε άλλο.

Στεκόταν σε ένα κλαδί παχύ σαν καρπός χεριού,

που απλωνόταν μέχρι βαθιά πάνω από τη λίμνη

και στην άκρη χαμήλωνε με χάρη.

Στάθηκε να ξεκουραστεί.

Ήταν πολύ ψηλά, τουλάχιστον 15 μέτρα. Δεν έβλεπε τους άλλους.

Δεν στέκονταν πια στη βάση του δέντρου.

"Άκου προσεκτικά!"

Είχαν απομακρυνθεί από το δέντρο,

σε σημείο από όπου έβλεπαν καθαρά το αγόρι στην κορυφή.

Κοιτάζοντάς κάτω,

ο Πίτερ συνειδητοποίησε πόσο αραιά και λεπτά

ήταν τα φύλλα μιας ιτιάς.

Ελάχιστη κάλυψη του πρόσφεραν.

"Άρχισε να περπατάς στο κλαδί.

Προχώρα μέχρι να φτάσεις πάνω από τα λασπόνερα κι έπειτα πέτα!"

Ο Γουότσον έμεινε ασάλευτος.

Συνέχισε να κοιτά τις μακρινές φιγούρες στο χωράφι.

Στέκονταν ακίνητοι και τον κοιτούσαν.

"Θα μετρήσω ως το δέκα.

Αν δεν απλώσεις τα φτερά σου να πετάξεις, θα σου ρίξω.

Θα 'χω σκοτώσει δύο κύκνους σήμερα.

Ξεκινάμε.

Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι!"

Ο Γουότσον παρέμεινε ακίνητος. Για κανέναν λόγο δεν θα μετακινούνταν.

"Εφτά, οκτώ, εννιά, δέκα!"

Ο Πίτερ είδε το όπλο να παίρνει θέση.

Το είδε να τον σημαδεύει.

Άκουσε τον κρότο

και τη σφαίρα να σφυρίζει δίπλα από το κεφάλι του.

Ήταν τρομακτικό, μα δεν σάλεψε.

Είδε τον Έρνι να ξαναγεμίζει.

"Τελευταία ευκαιρία", φώναξε. "Την επόμενη θα τη φας!"

Ο Πίτερ περίμενε.

Τον έβλεπε μέσα στις νεραγκούλες,

πέρα στο λιβάδι, δίπλα στο άλλο αγόρι.

Το όπλο ανέβηκε ξανά στον ώμο.

Άκουσε τον ήχο της σφαίρας ενώ καρφωνόταν στον μηρό του.

Δεν ένιωσε πόνο, μα η ορμή της ήταν σαρωτική.

Σαν να τον είχαν χτυπήσει με βαριοπούλα,

κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του.

Πάσχισε να κρατηθεί με τα χέρια.

Το μικρό κλαδί από όπου κρατιόταν λύγισε και τσάκισε.

Κάποιοι άνθρωποι που έχουν υποφέρει

και πιεστεί πέρα από τα όριά τους,

απλά γονατίζουν, καταρρέουν και τα παρατάνε.

Άλλοι, ωστόσο, αν και λιγοστοί,

για κάποιον λόγο παραμένουν αλύγιστοι.

Τους συναντάς σε καιρό πολέμου μα και σε καιρό ειρήνης.

Έχουν αδάμαστο πνεύμα

και τίποτα, ούτε πόνος, ούτε μαρτύριο, ούτε η απειλή του θανάτου

δεν τους κάνει να υποχωρήσουν.

Ο μικρός Γουότσον ήταν ένας από αυτούς.

Ενώ πάλευε με νύχια και δόντια

να μην πέσει από την κορυφή του δέντρου,

ξαφνικά έφτασε μια στιγμή που ήξερε πως θα νικούσε.

Σήκωσε τα μάτια κι είδε ένα φως πάνω από τα νερά της λίμνης,

που η λάμψη κι η ομορφιά του τον καθήλωσαν.

Το φως τού έγνεφε, τον έλκυε κοντά του,

κι εκείνος βούτηξε προς το μέρος του και άπλωσε τις φτερούγες του.

Τρεις άνθρωποι ανέφεραν ότι είδαν έναν λευκό κύκνο

να κάνει κύκλους πάνω από το χωριό:

ένας δάσκαλος,

ένας άντρας που άλλαζε κεραμίδια σε μια στέγη

κι ένα αγόρι που έπαιζε σε ένα χωράφι.

Η κυρία Γουότσον, που έπλενε πιάτα στον νεροχύτη,

έτυχε να κοιτά από το παράθυρο την ώρα ακριβώς

που κάτι μεγάλο και λευκό έπεσε με ορμή

στο γρασίδι του κήπου της.

Βγήκε τρέχοντας έξω.

Έπεσε στα γόνατα

πλάι στην τσακισμένη φιγούρα του μοναχογιού της.

"Γλυκέ μου!" είπε κλαίγοντας. "Γλυκό μου αγόρι!

Τι σου συνέβη;"

"Ο Κύκνος" βασίζεται σε αληθινό γεγονός, όπως δημοσιεύτηκε σε άρθρο εφημερίδας

και παρέμενε στο "βιβλίο ιδεών" του για 30 χρόνια.

Η ιστορία γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1976.

ΙΙΙ ΚΥΝΗΓΌΣ ΑΡΟΥΡΑΙΩΝ

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Το απόγευμα, ήρθε στο βενζινάδικο ο κυνηγός αρουραίων.

Διέσχισε το δρομάκι αθόρυβα, μουλωχτά.

Τα βήματά του πνιχτά πάνω στα χαλίκια.

Στον ώμο του είχε ένα στρατιωτικό σακίδιο.

Φορούσε παλιομοδίτικο κοτλέ σακάκι με τσέπες.

Το κοτλέ παντελόνι του ήταν δεμένο στα γόνατα με λευκό σπάγκο.

-Συγγνώμη; -Ναι;

Για τα τρωκτικά.

Τα μικρά, σκοτεινά του μάτια σάρωσαν τον χώρο.

-Ο κυνηγός; -Ο ίδιος.

Τραχύς, σφιχτοδεμένος, με αδρό πρόσωπο

και δύο κίτρινα δόντια

να εξέχουν από την άνω σιαγόνα.

Τα αυτιά στρογγυλά, λεπτά, κολλημένα στο κεφάλι.

Τα μάτια, σχεδόν μαύρα,

μα, σαν σε κοιτούσε, διέκρινες μέσα τους μια κίτρινη λάμψη.

-Γρήγορα ήρθες. -Εντολές του Υγειονομικού.

Και θα πιάσεις όλους τους αρουραίους;

-Ναι. -Πώς;

Ναι. Πώς;

Αναλόγως είδους και μέρους. Άλλη μέθοδος κάθε φορά.

-Τα παγιδεύεις; -Τι;

Παγίδα και τέλος.

Ο κυνηγός γέλασε.

Δεν πάει έτσι. Δεν είναι κουνέλια.

Σήκωσε το κεφάλι

κι οσφρίστηκε τον αέρα. Η μύτη του συσπάστηκε πέρα ως πέρα.

Είναι ξύπνια. Πρέπει να τα ξέρεις για να τα πιάσεις.

Πρέπει να τα γνωρίζεις.

Ξέρεις τι κάνουν; Σε παρακολουθούν.

Όσο ετοιμάζεσαι να τα εξολοθρεύσεις,

σε παρακολουθούν.

Υπάρχει θέμα και στον υπόνομο;

Όχι, δεν υπάρχει.

-Ζόρικοι οι υπόνομοι. -Εντύπωση μού κάνει.

Έτσι, ε; Να σε δω εσένα πώς θα τα 'βγαζες πέρα.

Εσύ πώς θα ξεκινούσες, για πες μου.

Με δηλητήριο, μάλλον.

Και πού ακριβώς θα το έβαζες;

Στον υπόνομο;

Ο κυνηγός χαμογέλασε.

Ήμουν σίγουρος. "Στον υπόνομο".

Ξέρεις τι θα γινόταν; Θα διαλυόταν όλο.

Το δηλητήριο. Είναι σαν ποτάμι εκεί.

Μάλιστα. Εσύ τι θα έκανες, λοιπόν; Σ' έναν υπόνομο;

Ο κυνηγός πλησίασε ένα βήμα.

Ο τόνος του έγινε συνωμοτικός,

όπως όταν αποκαλύπτεις επαγγελματικά μυστικά.

Δουλεύεις με το δεδομένο ότι ο αρουραίος είναι τρωκτικό.

Ό,τι και να του δώσεις, το ροκανίζει.

Οπότε, όταν μιλάμε για υπόνομο, τι κάνεις;

Η φωνή του, βραχνή, θύμιζε βατράχι που κοάζει.

Έμοιαζε να απολαμβάνει κάθε λέξη που άρθρωνε,

σαν όλες να 'χαν τη νοστιμιά τους.

Μπαίνεις μέσα

κρατώντας μαζί σου μερικές χαρτοσακούλες

γεμάτες σκόνη γύψου. Τίποτε άλλο.

Τις στερεώνεις στην οροφή του υπονόμου,

να κρέμονται χωρίς να αγγίζουν το νερό.

Σε ύψος που να φτάνουν οι αρουραίοι.

Ο Κλοντ άκουγε ευλαβικά.

Ο αρουραίος μας έρχεται κολυμπώντας, βλέπει τη σακούλα και σταματάει.

Τη μυρίζει. Δεν είναι κι άσχημο.

-Και τι κάνει; -Τη ροκανίζει.

Αυτό είναι! Αρχίζει να τη ροκανίζει, αυτή σκίζεται,

και ο αρουραίος μας ανταμείβεται με μια μπουκιά σκόνη.

Οπότε;

Οπότε πάει αυτός.

-Πεθαίνει; -Τέζα, λέμε.

-Γύψος… -Όταν βραχεί διογκώνεται.

Μπαίνει στους βρόγχους, διογκώνεται

και τον σκοτώνει αστραπιαία.

Πρέπει να ξέρεις πώς πάει.

Το πρόσωπό του έλαμψε από καμάρι.

Με τα χέρια κοντά στο πρόσωπο, έτριψε τα χοντρά του δάχτυλα.

Λοιπόν, πού είναι αυτοί οι αρουραίοι;

Η λέξη ακούστηκε πλούσια, χυμώδης,

σαν γαργάρα με λιωμένο βούτυρο.

Απέναντι, στη θημωνιά.

-Όχι μέσα; -Μόνο εκεί, πουθενά αλλού.

Πάω στοίχημα ότι είναι και μέσα, στο φαγητό σας, και μεταδίδουν αρρώστιες.

-Έχετε κανέναν άρρωστο; -Μας κοίταξε με νόημα.

-Όλοι καλά. -Σίγουρα;

-Απολύτως. -Ποτέ δεν ξέρεις.

Είχε ενδυθεί τον μανδύα του επιθεωρητή υγείας.

Κρίμα, δεν μαστιζόμασταν από βουβωνική πανώλη.

Οι αρουραίοι είναι στη θημωνιά. Πώς σκοπεύεις να απαλλαγείς;

Ο κυνηγός χαμογέλασε πονηρά.

Έβγαλε από το σακίδιο ένα μεγάλο δοχείο

και το ζύγισε με τα χέρια καθώς μιλούσε.

Δηλητήριο. Ειδικό δηλητήριο. Θανατηφόρο.

Αν σε πιάσουν έστω με μια τζούρα από δαύτο, σε χώνουν μέσα.

Μ' αυτό ξεκάνεις ένα εκατομμύριο κόσμο.

-Θες να δεις; -Μάλιστα.

Πήρε ένα κέρμα κι άνοιξε το καπάκι.

Ορίστε.

Έσταζε μέλι για το σκεύασμα καθώς το έδειχνε στον Κλοντ.

Καλαμπόκι ή κριθάρι είναι;

Βρώμη. Βρώμη βουτηγμένη σε δηλητήριο.

Ένα σπυρί είναι αρκετό για να σε ξαποστείλει σε τρία λεπτά.

Δεν το αφήνω απ' τα μάτια μου.

Χάιδεψε το δοχείο και το ανάδευσε ελαφρά…

Μέσα, οι σπόροι της βρώμης θρόισαν.

Όμως οι αρουραίοι σας δεν θα το δοκιμάσουν σήμερα, όχι.

Γι' αυτό έχει σημασία να ξέρεις από αρουραίους. Είναι τρομερά καχύποπτοι.

Σήμερα θα φάνε καθαρούς, λαχταριστούς σπόρους,

που δεν θα τους βλάψουν καθόλου.

Θα τους παχύνουν μόνο. Κι αύριο, πάλι το ίδιο.

Και την άλλη μέρα. Και την παράλλη.

Είναι τόσο νόστιμοι, που όλοι οι γύρω αρουραίοι

σύντομα θα αριβάρουν εδώ.

Πολύ έξυπνο.

Πρέπει να 'σαι ξύπνιος. Πιο ξύπνιος από αυτούς.

Κι αυτό λέει κάτι.

"Να γίνεις κι ο ίδιος σχεδόν αρουραίος".

Το είπα χωρίς να το πολυσκεφτώ,

μου βγήκε αυθόρμητα καθώς τον κοιτούσα.

Η αντίδρασή του με ξάφνιασε.

-Έτσι! -…αναφώνησε.

Το 'πιασες το νόημα, τα είπες όλα.

Ο καλός κυνηγός πρέπει να μοιάζει με αρουραίο.

Μα με περισσότερο μυαλό,

κι αυτό δεν είναι εύκολο, πιστέψτε με.

Λοιπόν, να προχωράμε.

Η λαίδη Λεονόρα Μπένσον με ζητά επειγόντως στην έπαυλη.

Κι εκεί αρουραίοι;

Παντού υπάρχουν αρουραίοι.

Ο κυνηγός γύρισε αργά προς το δρομάκι.

Το βάδισμά του θύμιζε τόσο αρουραίο, που απορούσες.

Αργά, ανάλαφρα, χαλαρά βήματα, με τα γόνατα να φεύγουν στο πλάι,

χωρίς τον παραμικρό ήχο πάνω στα χαλίκια.

Πήδηξε πάνω από την πύλη κι έκανε τον γύρο της θημωνιάς,

σκορπώντας χούφτες βρώμης στο έδαφος.

Την επομένη, επανέλαβε την ίδια διαδικασία.

Και την άλλη μέρα το ίδιο, και μετά το ίδιο,

μέχρι που, την τέταρτη, έριξε τα δηλητηριασμένα σπόρια.

Αυτά, όμως, δεν τα σκόρπισε. Τα έκανε μικρούς σωρούς

στις γωνίες της θημωνιάς.

-Έχεις σκύλο; -Ναι.

Αν θέλεις να βρει φριχτό θάνατο, άσ' τον να περάσει την πύλη.

Την επομένη, ήρθε να μαζέψει τα πτώματα.

Δώσ' μου ένα σακί, κάπου πρέπει να τα βάλω.

Κορδωνόταν σαν παγώνι, τα μάτια του άστραφταν από περηφάνια.

Ετοιμαζόταν να επιδείξει τα αποτελέσματα στο κοινό του.

Ο Κλοντ έφερε ένα σακί και διασχίσαμε τον δρόμο.

Έκανε τον γύρο της θημωνιάς,

κι έσκυψε να επιθεωρήσει έναν σωρό με δηλητήριο.

-Κάτι δεν πάει καλά. -…ψέλλισε.

Μιλούσε σιγά, θυμωμένα.

Μετακινήθηκε σε άλλον σωρό και έσκυψε να τον περιεργαστεί.

-Κάτι δεν πάει καθόλου καλά. -Τι τρέχει;

Δεν μίλησε, μα ήταν προφανές. Δεν άγγιξαν το δόλωμα.

"Έχουμε ξύπνιους αρουραίους", είπα.

Είχε ενοχληθεί.

Φαινόταν στο πρόσωπο, στη μύτη, στο πώς τα κίτρινα δόντια

πίεζαν το πάνω χείλος του.

-Με δουλεύεις; -…είπε, κοιτάζοντάς με.

Το μόνο θέμα με αυτούς εδώ είναι ότι τους ταΐζουν.

Κάτι ζουμερό θα τρώνε κάπου αλλού, και μπόλικο.

Μόνο αν είχε φάει μέχρι σκασμού θα αρνιόταν αρουραίος τη βρώμη.

Γύρισε να φύγει, σκυθρωπός.

Άρχισε να μαζεύει τη δηλητηριασμένη βρώμη με ένα φτυαράκι.

Την έβαλε προσεκτικά σε ένα δοχείο.

Όταν τέλειωσε, γυρίσαμε πίσω και οι τρεις μαζί.

Ο κυνηγός στάθηκε πλάι στην αντλία,

φιγούρα θλιβερή, ταπεινωμένη,

με πρόσωπο που είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.

Έδειχνε πεσμένος μετά την αποτυχία του,

με βλέμμα βαρύ, μοχθηρό

και τη γλωσσίτσα να ξεπροβάλλει ανάμεσα στα κίτρινα δόντια.

Σήκωσε τα μάτια και με κρυφοκοίταξε.

Έπειτα τον Κλοντ.

Μύρισε τον αέρα με την άκρη της μύτης.

Πάτησε στις μύτες των ποδιών του, λικνίστηκε ελαφρά

και, απαλά, απαλά και συνωμοτικά, είπε…

Θέλετε να δείτε κάτι;

Επιδίωκε να αποκαταστήσει τη φήμη του.

-Τι; -Θέλετε να δείτε κάτι απίστευτο;

Έβαλε το δεξί του χέρι στην τσέπη του σακακιού του

κι έβγαλε κρατώντας τον σφιχτά έναν μεγάλο, ζωντανό αρουραίο.

Θεέ και Κύριε!

Έτσι. Βλέπετε;

Έσκυβε λίγο μπροστά και τέντωνε τον λαιμό,

κοιτώντας μοχθηρά και κρατώντας τον πελώριο αρουραίο.

Ένα δάχτυλο και ο αντίχειρας τού έσφιγγαν τον λαιμό,

ώστε να μη γυρίσει και να δαγκώσει.

Κυκλοφορείς με αρουραίους στην τσέπη;

Πάντα μού βρίσκονται κάνα-δυο.

Έβαλε το ελεύθερο χέρι στην άλλη τσέπη κι έβγαλε μια μικρή, άσπρη…

-Νυφίτσα είναι; -Ο κυνηγός γέλασε ειρωνικά.

Η νυφίτσα έμοιαζε να τον ξέρει κι έμεινε ακίνητη.

Τίποτα δεν σκοτώνει αρουραίο πιο γρήγορα.

Έφερε τα δύο ζώα κοντά μπροστά του,

ώστε η μύτη της νυφίτσας να απέχει 15 εκ. από τον αρουραίο.

Τα σαν χάντρες μάτια της τον κάρφωσαν.

Ο αρουραίος πάλευε να ξεφύγει από τον δολοφόνο.

-Τώρα. -…είπε.

Κοιτάτε.

Το πουκάμισό του ήταν ανοιχτό πάνω.

Άφησε τον αρουραίο να γλιστρήσει μέσα,

πάνω στο δέρμα του.

Η ζώνη τον εμπόδιζε να πάει πιο κάτω από τη μέση.

Ήρθε η σειρά της νυφίτσας.

Αμέσως, στο πουκάμισο επικράτησε αναστάτωση.

Ο αρουραίος έτρεχε γύρω-γύρω, κυνηγημένος από τη νυφίτσα.

Έξι-εφτά φορές έκαναν τον γύρο. Το μικρό εξόγκωμα πίσω από το μεγάλο

κέρδιζε διαρκώς έδαφος, φτάνοντας όλο και πιο κοντά,

μέχρι που τα δύο εξογκώματα έγιναν ένα.

Ακολούθησε πάλη και μια σειρά από στριγκλιές.

Όλο αυτό το διάστημα, ο κυνηγός παρέμενε ακίνητος.

Πόδια ανοιχτά, χέρια χαλαρά στο πλάι

και μάτια προσηλωμένα στο παγωμένο πρόσωπο του Κλοντ.

Τελικά, έβαλε το ένα χέρι μέσα από το πουκάμισο

και έβγαλε τη νυφίτσα.

Με το άλλο, έβγαλε νεκρό τον αρουραίο.

Στη μουσούδα της νυφίτσας υπήρχαν ίχνη από αίμα.

"Μάλλον δεν μου πολυάρεσε αυτό", είπα.

Σίγουρα δεν ξανάδες κάτι παρόμοιο, πάω στοίχημα.

Δεν θα το έλεγα, όχι.

Μια μέρα θα φας ξεγυρισμένο δάγκωμα στην κοιλιά.

…είπε ο Κλοντ. Του είχε κινήσει το ενδιαφέρον. Ο άλλος πήρε ύφος.

Θες να δεις κάτι ακόμα πιο τρομερό;

Που δεν θα πίστευες αν δεν το έβλεπες με τα μάτια σου;

Κοίταξα τον Κλοντ φανερά αγχωμένος.

Ναι.

Έβαλε τον νεκρό αρουραίο στη μια τσέπη, τη νυφίτσα στην άλλη.

Από το σακίδιο έβγαλε, αν έχεις τον Θεό σου, ακόμα έναν αρουραίο.

Χριστέ μου!

Μου βρίσκονται πάντα κάνα-δυο.

Πρέπει να τους ξέρεις,

και μόνο αν τους έχεις από κοντά γίνεται.

Αυτός είναι από υπόνομο. Παλιά καραβάνα, ξύπνιος σαν διάολος.

Βλέπετε που παρακολουθεί συνέχεια, να δει τις κινήσεις μου;

-Βλέπετε; -Διόλου ευχάριστο.

"Τι θα κάνεις;"

Διαισθανόμουν ότι αυτή η παράσταση θα μου άρεσε λιγότερο.

-Φέρτε μου ένα κομμάτι σπάγκο. -Ο Κλοντ το έφερε.

Έδεσε το πίσω πόδι του αρουραίου.

Αυτός πάλευε να ξεφύγει, μα τον κρατούσε σφιχτά.

Έχετε τραπέζι μέσα;

"Όχι αρουραίους μέσα", είπα.

Χρειάζομαι ένα τραπέζι. Ή κάτι επίπεδο.

Πήγαμε στην αντλία. Εκείνος έβαλε πάνω τον αρουραίο.

Έδεσε τον σπάγκο σε έναν πάσσαλο, Να μην μπορεί να ξεφύγει.

Αρχικά λούφαξε, ασάλευτος, διστακτικός,

ένας γκρι αρουραίος με λαμπερά μαύρα μάτια

και φολιδωτή ουρά κουλουριασμένη στη μεταλλική επιφάνεια.

Κοιτούσε αλλού, μα με την άκρη του ματιού

παρακολουθούσε τι θα έκανε.

Ο κυνηγός οπισθοχώρησε λίγο, και ο αρουραίος αμέσως χαλάρωσε.

Κάθισε στα πίσω πόδια

και άρχισε να γλείφει το τρίχωμά του.

Με τα μπροστινά πόδια, έξυσε τη μουσούδα.

Φαινόταν να αδιαφορεί για τους υπόλοιπους εκεί.

-Πάμε ένα στοίχημα; -…είπε ο κυνηγός.

"Όχι, ευχαριστώ", είπα.

-Για πλάκα. Έχει πιο πολλή πλάκα έτσι. -Τι στοίχημα θες;

Ότι μπορώ να τον σκοτώσω χωρίς να βάλω χέρια.

Θα τα χώσω μάλιστα στις τσέπες.

Προφανώς, το 'χε βάλει σκοπό να βγάλει χρήματα.

Κοίταξα τον αρουραίο που θα πέθαινε και ένιωσα ναυτία,

όχι επειδή θα πέθαινε,

μα επειδή θα γινόταν με ξεχωριστό τρόπο

και με μπόλικο ενθουσιασμό.

-Θα τον χτυπήσεις με το πόδι. -Όχι.

-Με το μπράτσο; -Χωρίς χέρια, πόδια, μπράτσα.

-Θα κάτσεις πάνω. -Δεν τον λιώνω.

-Για να δούμε. -Στοίχημα μια λίρα.

Μη λες ανοησίες. Για ποιον λόγο;

-Πόσα θες; -Μηδέν. Τίποτα.

Καλά. Τότε άκυρο.

-Πήγε να λύσει τον σπάγκο. -Ένα σελίνι.

Η ναυτία στο στομάχι μου επανήλθε.

Μα η διαδικασία είχε κάτι που σε μαγνήτιζε.

Ένιωθα ανίκανος να απομακρυνθώ, να σαλέψω καν.

-Κι εσύ; -Όχι.

Θες να το κάνω για ένα σελίνι;

-Δεν θέλω να το κάνεις. -Τα λεφτά;

Ο Κλοντ τα άφησε στην αντλία.

Ο κυνηγός έβαλε δίπλα δύο εξάπενα.

Πάει το στοίχημα.

Κάναμε λίγα βήματα πίσω.

Αυτός προχώρησε, με χέρια στις τσέπες,

και έσκυψε ελαφρά προς τον αρουραίο.

Εκείνος μαζεύτηκε θορυβημένος.

Φαινόταν έτοιμος να χυμήξει στον κυνηγό,

όμως άρχισε να κάνει πίσω,

σέρνοντας το σώμα του με βαριά βήματα,

ώσπου ο σπάγκος στο πόδι τεντώθηκε.

Ο κυνηγός έσκυψε ακόμη περισσότερο,

ακολουθώντας τον με τα μάτια του. Ξαφνικά…

-Εκείνος πανικοβλήθηκε. -…και πετάχτηκε πάνω.

Ο σπάγκος τον τίναξε στον αέρα, εξαρθρώνοντας σχεδόν το πόδι του.

Μαζεύτηκε ξανά στην άκρη,

όσο επέτρεπε ο σπάγκος, με τρεμάμενα μουστάκια

και παγωμένος από τον φόβο.

Τότε ο κυνηγός άρχισε πάλι να πλησιάζει το πρόσωπό του

όλο και πιο κοντά.

Ήθελα να φωνάξω να σταματήσει, μα δεν μπορούσα να μιλήσω.

Κάτι πολύ δυσάρεστο ετοιμαζόταν να συμβεί, αυτό ήταν βέβαιο.

Κάτι βάρβαρο και μακάβριο, αλλά τώρα έπρεπε να το δω.

Ένα χέρι απόσταση τους χώριζε πια.

Έντρομος, σφιγμένος, ο αρουραίος κόλλησε κάτω.

Κι ο κυνηγός ήταν σφιγμένος,

αλλά με την απειλητική ένταση ενός συμπιεσμένου ελατηρίου.

Ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο στόμα του.

Τότε, ξαφνικά, επιτέθηκε,

σαν φίδι,

τινάζοντας το κεφάλι σαν κοφτερό μαχαίρι…

…χάρη στους μύες των κάτω άκρων.

Είδα το στόμα να ανοίγει διάπλατα…

…κίτρινα δόντια…

…πρόσωπο παραμορφωμένο από την προσπάθεια.

Αυτά που είδα μου έφταναν.

Έκλεισα τα μάτια, και όταν τα ξανάνοιξα

το ζώο ήταν νεκρό,

ο κυνηγός έβαζε τα χρήματα στην τσέπη

κι έφτυνε να καθαρίσει το στόμα.

Έτσι φτιάχνουν τη γλυκόριζα.

Αίμα αρουραίου χρησιμοποιούν τα εργοστάσια και οι σοκολατοποιοί.

Λίγο αίμα αρουραίου δεν έβλαψε κανέναν.

Είσαι απίστευτα αηδιαστικός.

Ισχύει, όμως. Μπόλικες φορές το έχεις φάει.

Μπαστουνάκια, κορδονάκια γλυκόριζας, όλα από αίμα είναι.

Αρκετά ακούσαμε, ευχαριστούμε.

Φτιαγμένα σε μεγάλα καζάνια που κοχλάζουν,

ενώ αναδεύουν το μίγμα με κοντάρια.

Από τα μυστικά των εργοστασίων σοκολάτας

που δεν ξέρει κανείς, εκτός από τους προμηθευτές αρουραίων τους.

Πρόσεξε πως το κοινό του είχε αλλάξει στάση.

Πρόσωπα εχθρικά, αηδιασμένα και κατακόκκινα από οργή.

Σταμάτησε και γύρισε να φύγει χωρίς να πει λέξη.

Τον παρατηρούσαμε καθώς πήρε τον δρόμο του με αργό, ανάλαφρο, χαλαρό βάδισμα.

Τα βήματά του πνιχτά, ακόμα και πάνω στα χαλίκια.

Παράξενο.

Οι αρουραίοι σνόμπαραν τη βρώμη.

Κάτι θρεπτικό πρέπει να κρύβεται στη θημωνιά.

Μεταξύ 1948-1951, ο Νταλ έζησε σε αγροικία στο Άμερσαμ,

με βασική απασχόληση τη συγγραφή του " Claud's dog",

συλλογής διηγημάτων εμπνευσμένων από την περιοχή,

όπως ο "Κυνηγός Αρουραίων".

IV ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ

Γύρισα σπίτι μεσάνυχτα.

Καθώς πλησίαζα, έσβησα τα μπροστινά φώτα,

για να μην ξυπνήσει η δέσμη τους τον Χάρι Πόουπ.

Ήταν περιττό. Είχε ακόμα αναμμένα τα φώτα.

Πάρκαρα κι ανέβηκα στη βεράντα,

μετρώντας ένα-ένα τα σκαλιά, ώστε να μην πατήσω

ένα ανύπαρκτο σκαλί στην κορυφή. 1, 2, 3, 4.

Πήγα στο δωμάτιό του, άνοιξα αθόρυβα και κοίταξα.

Ξαπλωμένος, ξύπνιος. Ακίνητος, δεν γύρισε ούτε το κεφάλι.

Μα τον άκουσα να ψιθυρίζει ξέπνοα…

Βοήθεια.

"Βοήθεια";

Έσπρωξα την πόρτα κι έκανα να πλησιάσω.

Σταμάτα.

"Σταμάτα"; Ίσα-ίσα τον άκουγα.

Φαινόταν να κάνει μεγάλο αγώνα για να βγάλει ήχο.

-Βοήθεια. -"Βοήθεια";

Τι τρέχει, Χάρι;

Βγάλε παπούτσια.

"Βγάλε παπούτσια";

Μου θύμισε τον Τζορτζ Μπάρλινγκ με τη σφαίρα στο στομάχι,

να γέρνει σε ένα κασόνι,

να σφίγγεται και να μουρμουρά για τον Ιάπωνα πιλότο.

Οι λέξεις του έβγαιναν με κόπο, όπως τώρα του Χάρι.

Τότε, βέβαια, ο Τζορτζ δίπλωσε…

και πέθανε.

Βγάλε παπούτσια.

"Βγάλε παπούτσια".

Δεν κατάλαβα, μα δεν θα έφερνα αντιρρήσεις.

-Τι είναι, Χάρι; -Μην αγγίζεις.

Ήταν ανάσκελα, με ένα σεντόνι να τον καλύπτει κατά τα 3/4,

φορώντας ριγέ πιτζάμες, καταϊδρωμένος.

Έκανε ζέστη. Κι εγώ ίδρωνα, μα όχι σαν αυτόν.

Πρόσωπο υγρό, μαξιλάρι μουσκεμένο.

Παρέπεμπε σε ελονοσία.

-Τι είναι, Χάρι; -Κρέιτ.

-Τι; -Κρέιτ.

-"Κρέιτ"; -Φίδι.

Σε δάγκωσε. Πριν πόση ώρα;

Όχι.

Τι;

Δεν δάγκωσε ακόμα.

Με μπέρδεψε. Τον κοίταξα απορημένα.

Κρέιτ πάνω στο στομάχι. Κοιμάται.

Τινάχτηκα πίσω. Δεν συγκρατήθηκα.

Κοίταξα το σεντόνι που κάλυπτε το στομάχι του.

Δεν μπορούσα να διακρίνω αν ήταν κάτι από κάτω.

Έχεις ένα κρέιτ πάνω στο στομάχι σου; Και κοιμάται;

Ναι.

Πώς έφτασε εκεί;

Δεν έπρεπε να κάνω ερωτήσεις. Μόνο να του πω να μείνει σιωπηλός.

Ξάπλωσα. Διάβαζα. Ένιωσα κάτι στο στήθος, πίσω από βιβλίο.

Με γαργαλούσε.

Με άκρη του ματιού, είδα μικρό κρέιτ να γλιστρά πάνω από τις πιτζάμες.

Μικρό. Κάπου 25 πόντοι.

Ήξερα έπρεπε ακίνητος. Έμεινα παγωμένος, παρακολουθώντας το.

Σκέφτηκα θα περνούσε πάνω από σεντόνι.

Έμεινε για λίγο σιωπηλός.

Ήθελε να σιγουρευτεί ότι ο ψίθυρός του δεν θα τάραζε το πλάσμα.

Πέρασε από κάτω.

Το ένιωσα μέσα από πιτζάμες. Να κινείται στο στομάχι.

Μετά σταμάτησε. Τώρα κοιμάται ξαπλωμένο εκεί.

Περιμένω.

-Πόσο; -Ώρες.

Ώρες και ώρες και ώρες, που να πάρει.

Δεν αντέχω πολύ ακόμα. Θέλω να βήξω.

Βασικά,

δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο για ένα κρέιτ.

Κυκλοφορούν γύρω από τα σπίτια και ψάχνουν ζεστά μέρη.

Το παράξενο ήταν ότι δεν είχε δαγκώσει ήδη τον Χένρι.

Το δάγκωμα είναι φονικό, εκτός αν δράσεις αμέσως,

έχοντας πρόχειρη μια δόση αντίδοτο.

Λεπτά, μικρά πλάσματα. Όπως αυτό.

Κάποιο μπορεί να γλιστρήσει

μέσα από τη χαραμάδα ενός παιδικού υπνοδωματίου, ας πούμε.

Ο υπεύθυνος μιας φυτείας τσαγιού μού είπε κάποτε για ένα δαγκωμένο πρόβατο.

Όταν άνοιξε το κουφάρι, το αίμα του έτρεξε μαύρο σαν κατράμι.

"Εντάξει, Χάρι", είπα. Τώρα, μιλούσα κι εγώ ψιθυριστά.

"Μην κουνιέσαι και μη μιλάς αν δεν είναι ανάγκη.

Δεν δαγκώνει αν δεν τρομάξει. Θα βρούμε λύση".

Βγήκα αθόρυβα από το δωμάτιο

κι έφερα ένα κοφτερό μαχαίρι απ' την κουζίνα.

Ήθελα να το έχω πρόχειρο αν ο Χάρι τρόμαζε το φίδι και τον δάγκωνε.

Θα τον άνοιγα και θα ρούφαγα το φαρμάκι.

"Χάρι", είπα, "νομίζω ότι το καλύτερο είναι

να τραβήξω το σεντόνι πολύ απαλά, να ρίξω μια ματιά".

Ηλίθιε.

Η φωνή του ήταν ανέκφραστη. Μιλούσε πολύ αργά και απαλά.

Όλη η έκφραση ήταν στα μάτια και στις άκρες του στόματος.

Το φως τρομάξει. Φίδι με σκοτώσει.

Σωστή παρατήρηση.

Μήπως να τραβήξω απότομα και να διώξω το φίδι μόλις…

Φέρε γιατρό.

Με κοίταξε σαν να έπρεπε να το είχα σκεφτεί εγώ.

Γιατρό. Ασφαλώς. Σωστά. Τον δρα Γκάντερμπαϊ.

Βγήκα στις μύτες, έψαξα τον αριθμό του,

σήκωσα το τηλέφωνο κι είπα στο κέντρο να βιαστεί.

-Επόπτης Γουντς. -Γεια σας. Δεν κοιμηθήκατε ακόμα;

Ελάτε αμέσως με αντίδοτο. Για κρέιτ.

Αντίδοτο; Ποιος δαγκώθηκε;

Η ερώτηση ήχησε σαν έκρηξη στο αυτί μου.

Κανείς. Όχι ακόμα.

Ένα κοιμάται στο στομάχι του Χάρι κάτω απ' το σεντόνι.

Για περίπου τρία δεύτερα, ακολούθησε σιγή.

Ο δρ Γκάντερμπαϊ μίλησε αργά, με ακρίβεια, και όχι εκρηκτικά.

Να μείνει ακίνητος και σιωπηλός. Κατανοητό;

-Φυσικά, γιατρέ. -Έρχομαι αμέσως.

Έκλεισε. Εγώ γύρισα στο υπνοδωμάτιο.

Το βλέμμα του Χάρι με συνόδεψε.

Έρχεται. Είπε να μείνεις ακίνητος.

Τι διάολο νομίζει ότι κάνω;

Μη μιλάς. Κανείς μας.

Βούλωσ' το, λοιπόν.

Οι μύες στην άκρη του στόματος, οι μύες του χαμόγελου,

συσπώνταν με μικρές κινήσεις,

που κράτησαν για λίγο αφού σταμάτησε να μιλά.

Δεν μου άρεσε αυτό, ούτε ο τρόπος που μίλησε.

Το αμάξι του δρα Γκάντερμπαϊ.

Βγήκα να τον υποδεχτώ.

-Πού είναι; -Ο γιατρός δεν περίμενε απάντηση.

Με προσπέρασε και μπήκε. Άφησε την τσάντα σε μια καρέκλα.

Φορούσε παντόφλες με μαλακή σόλα.

Διέσχισε αθόρυβα το δωμάτιο, σαν προσεκτική γάτα.

Ο Χάρι τον έβλεπε με την άκρη του ματιού.

Έφτασε στον Χάρι, τον κοίταξε και χαμογέλασε

καθησυχάζοντάς τον, σαν να έλεγε…

Μη φοβάσαι. Είναι απλό. Άσ' το στον δρα Γκάντερμπαϊ.

Πήγε στην κουζίνα. Τον ακολούθησα.

Άνοιξε την τσάντα.

Πρέπει να του χορηγήσουμε αντίδοτο, αλλά απαλά. Χωρίς να τιναχτεί.

Κρατούσε μια υποδόρια κι ένα φιαλίδιο.

Έβαλε μέσα τη βελόνα και τράβηξε ένα κίτρινο υγρό.

-Μου το έδωσε. -Δώσ' το όταν σ' το ζητήσω.

Γυρίσαμε στο δωμάτιο.

Τα μάτια του ήταν λαμπερά και ορθάνοιχτα.

Ο δρ Γκάντερμπαϊ τού γύρισε το μανίκι,

χωρίς να του κουνήσει το χέρι.

Στάθηκε αρκετά μακριά. Ψιθύρισε…

Θα σου κάνω μια ένεση. Ένα τσίμπημα. Μείνε ακίνητος.

Μη σφίξεις τους κοιλιακούς. Άσ' τους χαλαρούς.

Ο Χάρι κοίταξε τη σύριγγα. Ο μυς του χαμόγελου συσπάστηκε.

Ο δρ Γκάντερμπαϊ έδεσε ένα λάστιχο στον δικέφαλο του Χάρι.

Καθάρισε μια μικρή περιοχή με οινόπνευμα.

Σήκωσε τη σύριγγα πασχίζοντας να δει τις ενδείξεις

και τίναξε λίγο υγρό.

Το πρόσωπο του Χάρι ίδρωνε,

και έλαμπε λες και κρέμα έλιωνε πάνω του

ως το μαξιλάρι.

Έβλεπα τη γαλάζια φλέβα να φουσκώνει στον πήχη του.

Είδα τον γιατρό να κρατά τη σύριγγα σταθερά πάνω στη φλέβα,

και τη βελόνα να γλιστρά μέσα της,

αργά και σταθερά, λες και τρυπώνει σε τυρί.

Ο Χάρι έκλεισε και ξανάνοιξε τα μάτια, πάντα ακίνητος.

Ο Γκάντερμπαϊ έγειρε στο αυτί του.

Κι αν σε δαγκώσει, δεν θα πάθεις τίποτα. Αλλά μείνε ακίνητος. Έρχομαι.

-"Είναι ασφαλής;" ρώτησα. -Μπορεί, μπορεί και όχι.

Ο Γκάντερμπαϊ σκούπισε το μέτωπο και δάγκωσε τα χείλη.

Υπάρχει τρόπος. Υπάρχει τρόπος.

Μιλούσε αργά και πάλευε να σκεφτεί παράλληλα.

Θα χορηγήσουμε αναισθητικό

στο πλάσμα, εκεί που βρίσκεται.

Θαυμάσια ιδέα.

Λάθος. Το φίδι είναι ψυχρόαιμο.

Το αναισθητικό θα αργήσει να ενεργήσει.

Αλλά δεν έχω εναλλακτικές. Αιθέρα ή χλωροφόρμιο;

Έγνεψα θετικά.

-Ποιο απ' τα δύο; -Με ρωτούσε; Δεν ξέρω.

Χλωροφόρμιο!

Με πήρε και με πήγε στο χολ.

Πήγαινε σπίτι μου.

Ο υπηρέτης θα σε περιμένει.

Το κλειδί για τα δηλητήρια.

Πάρε χλωροφόρμιο. Πορτοκαλί ετικέτα.

Όνομα γράφει πάνω. Εγώ θα μείνω, μη συμβεί κάτι.

Κάνε γρήγορα!

-Παπούτσια… -Δεν χρειάζεσαι.

Πήγα γρήγορα και σε 15 λεπτά γύρισα με το φιαλίδιο.

Ξέρει τι θα κάνουμε, αλλά, όπως είναι λογικό, έχει φοβηθεί.

Δεν ξέρω πόσο θα αντέξει ακόμα.

Ο Χάρι παρέμενε ξαπλωμένος στην ίδια στάση.

Το πρόσωπό του, χλωμό και ιδρωμένο. Στράφηκε προς εμένα.

Του χαμογέλασα ενθαρρυντικά.

Ο γιατρός πήρε το σωληνάκι που είχε κάνει τουρνικέ

και του προσάρμοσε ένα χάρτινο χωνί.

Ξέστρωσε ένα τμήμα του σεντονιού,

πήρε το σωληνάκι με το χωνί

και το πέρασε κάτω από το σεντόνι προς τον Χάρι.

Δεν είμαι βέβαιος πόσο χρόνο τού πήρε.

Μπορεί να ήταν 20', μπορεί 40'. Δεν διέκρινα κίνηση,

αλλά το ορατό τμήμα του γινόταν μικρότερο.

Ο ίδιος ο δρ Γκάντερμπαϊ ίδρωνε

με μεγάλες στάλες στο μέτωπο και τα χείλη,

μα το χέρι του ήταν σταθερό

και τα μάτια κολλημένα στο σεντόνι στο στομάχι του Χάρι.

Μου έτεινε το χέρι για το χλωροφόρμιο.

Έστριψα το καπάκι και του έδωσα το φιαλίδιο,

μεριμνώντας να το πιάσει καλά πριν το αφήσω.

Κύριε Πόουπ, θα ποτίσω το στρώμα. Θα νιώσετε κρύο κάτω από το σώμα σας.

-Να 'στε έτοιμος. Μην κουνηθείτε. -Τελείωνε!

Για πρώτη φορά, ύψωσε φωνή.

Ο γιατρός σήκωσε το βλέμμα, τον κοίταξε και συνέχισε.

Έχυσε λίγο υγρό στο χωνί και περίμενε να κατέβει.

Μετά, επανέλαβε τη διαδικασία.

Απλώθηκε η βαριά, αηδιαστική μυρωδιά του χλωροφόρμιου,

ξυπνώντας αχνές, δυσάρεστες μνήμες

από νοσοκόμες και χειρουργούς σε λευκά δωμάτια.

Ο Γκάντερμπαϊ έριχνε το υγρό,

κι έβλεπα τις βαριές αναθυμιάσεις να στροβιλίζονται πάνω από το χωνί.

Έκανε παύση, έχυσε λίγο ακόμα και μου γύρισε το φιαλίδιο.

Τράβηξε αργά το σωληνάκι και σηκώθηκε.

Η ένταση της διαδικασίας θα ήταν τεράστια,

γιατί η φωνή του ακούστηκε έτσι…

Θα περιμένουμε 15 λεπτά καλού κακού.

Γύρισα να το πω στον Χάρι.

-Θα περιμένουμε 15… -Το άκουσα!

Αυτήν τη φορά, ο Γκάντερμπαϊ τινάχτηκε πίσω οργισμένος.

Κάρφωσε με παγερό βλέμμα τον Χάρι. Ο μυς του χαμόγελου συσπάστηκε.

Περιμέναμε πλάι του.

Ο δρ Γκάντερμπαϊ τον παρατηρούσε

με περίεργο, έντονο, καθηλωτικό βλέμμα,

εστιάζοντας όλη του τη θέληση

στο να κρατήσει τον Χάρι απόλυτα ακίνητο.

Ποτέ δεν απέσυρε το βλέμμα. Αν και σιωπηλός,

ήταν λες και του φώναζε.

-Κάτι σαν… -Μην κινείσαι! Μη μιλάς!

Δεν θα τα καταστρέψεις όλα! Μ' ακούς;

Ο Χάρι εκεί, συσπώντας το στόμα,

ιδροκοπούσε, ανοιγόκλεινε τα μάτια,

κοιτούσε εμένα, το σεντόνι, το ταβάνι,

αλλά ποτέ τον Γκάντερμπαϊ.

Κι όμως, ο γιατρός τον είχε καθηλώσει.

Ένιωθα σαν κάποιος να φούσκωνε ένα μπαλόνι

που θα έσκαγε, αλλά δεν μπορούσα να φύγω.

Τελικά, ο δρ Γκάντερμπαϊ έγνεψε. Ήταν έτοιμος να προχωρήσει.

Πήγαινε απ' την άλλη.

Ο καθένας μια πλευρά. Θα τραβήξουμε ταυτόχρονα.

Πάρα πολύ σιγά. Ακίνητος, κε Πόουπ.

Πλέον φαινόταν όλο το στήθος του Χάρι.

Είδα το λευκό κορδόνι της πιτζάμας,

σε ωραίο φιόγκο.

Λίγο πιο κάτω, είδα ένα κουμπί από σεντέφι.

Εγώ ποτέ δεν είχα τέτοιο,

κουμπί στο φερμουάρ, πόσο μάλλον από σεντέφι.

Παράξενο πώς κάνεις

επιπόλαιες σκέψεις σε στιγμές αγωνίες.

Τίποτε άλλο στο στομάχι του.

Ακίνητος, κε Πόουπ.

Κοίταξε γύρω από το σώμα και κάτω από τα πόδια του.

Μπορεί να 'ναι οπουδήποτε, μέσα στο μπατζάκι.

Ο Χάρι ανακάθισε.

Πρώτη φορά κουνήθηκε.

Πήδηξε ψηλά, στάθηκε στο κρεβάτι, τίναξε τα πόδια.

Νομίζαμε πως τον δάγκωσε.

Ο γιατρός έψαξε το νυστέρι,

μα ο Χάρι έπαψε να χοροπηδά,

κοίταξε το στρώμα και φώναξε.

Δεν είναι εδώ!

Ο δρ Γκάντερμπαϊ κοίταξε τον Χάρι.

Ήταν καλά. Δεν τον είχε δαγκώσει.

Δεν θα τον δάγκωνε, δεν θα τον σκότωνε.

Όλα ήταν εντάξει.

Ας πούμε.

Ίσως είδατε όνειρο, κε Πόουπ.

Έτσι όπως το είπε,

ήξερα ότι ήταν πείραγμα, δεν μιλούσε σοβαρά.

Χαλάρωνε από την ακραία πίεση.

Ο Χάρι το πήρε στραβά. Όρθιος με τις πιτζάμες,

τον αγριοκοίταξε. Το χρώμα επέστρεφε στα μάγουλά του.

Με αποκαλείτε ψεύτη;

Ο δρ Γκάντερμπαϊ παρατηρούσε ακίνητος τον Χάρι.

Ο Χάρι έκανε ένα βήμα μπροστά. Τα μάτια του γυάλιζαν.

-Βρομοαρουραίε της Βεγγάλης. -"Σκάσε, Χάρι", είπα.

-Βρομοαρουραίε της Βεγγάλης… -Σκάσε!

-Υπανάπτυκτε… -Σκάσε!

Σταμάτα!

Ο γιατρός έφυγε. Τον ακολούθησα στη βεράντα.

Τα έχει χάσει, δεν ξέρει τι λέει.

Διασχίσαμε το σκοτεινό δρομάκι ως το παλιό Morris του.

ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΓΙΟΥΤΑ

Μπήκε μέσα. "Κάνατε ένα θαύμα", είπα.

-Του σώσατε τη ζωή. -Δεν νομίζω.

Μα εσείς… Σας χρωστά τη ζωή του.

-Σας χρωστά τη ζωή του, γιατρέ. -Όχι.

Λυπάμαι.

Δεν το νομίζω.

Ο δρ Γκάντερμπαϊ έβαλε μπροστά και έφυγε.

Ο Νταλ άρχισε να γράφει το "Δηλητήριο" τον Γενάρη του 1950.

Έδωσε στον χαρακτήρα του Γουντς το όνομα

συναδέλφου πιλότου της 80ής μοίρας που σκοτώθηκε στη μάχη της Αθήνας.

Ιδού κάποια από τα στοιχεία

που οφείλεις να διαθέτεις ή να καλλιεργήσεις,

αν θες να γίνεις συγγραφέας μυθοπλασίας.

Πρέπει να έχεις ζωηρή φαντασία.

Πρέπει να γράφεις καλά.

Με αυτό εννοώ

ότι πρέπει να μπορείς να ζωντανέψεις μια σκηνή στο μυαλό του αναγνώστη.

Αυτό δεν το καταφέρνουν όλοι.

Είναι ένα χάρισμα. Είτε το έχεις είτε όχι.

Πρέπει να έχεις αντοχή.

Με άλλα λόγια,

πρέπει να μπορείς να επιμένεις και να μην εγκαταλείπεις ποτέ.

Ώρα με την ώρα,

μέρα με τη μέρα,

βδομάδα με τη βδομάδα,

μήνα με τον μήνα,

χρόνο με τον χρόνο… ξανά και ξανά…

Πρέπει να είσαι τελειοθήρας.

Δηλαδή να μην ικανοποιείσαι ποτέ με αυτό που έγραψες,

παρά μόνο αν το γράψεις ξανά και ξανά, κάνοντάς το όσο πιο καλό γίνεται.

Πρέπει να έχεις αυτοπειθαρχία.

Δουλεύεις μόνος σου. Δεν έχεις εργοδότη.

Κανείς δεν θα σε απολύσει αν δεν πας για δουλειά,

ούτε θα σε ελέγξει αν αρχίσεις να τεμπελιάζεις.

Η καλή αίσθηση του χιούμορ βοηθάει πολύ.

Δεν είναι απαραίτητη όταν γράφεις για ενήλικες,

για τα παιδιά, όμως, είναι καίρια.

Τέλος…

Πρέπει να διαθέτεις ταπεινότητα.

Όποιος θεωρεί το έργο του σπουδαίο

θα τα βρει μπαστούνια.

Υποτιτλισμός: Ειρήνη Παπαδάκη

Can't find what you're looking for?
Get subtitles in any language from opensubtitles.com, and translate them here.