Afrikaans
Akan
Albanian
Amharic
Armenian
Azerbaijani
Basque
Belarusian
Bemba
Bengali
Bihari
Bosnian
Breton
Bulgarian
Cambodian
Catalan
Cebuano
Cherokee
Chichewa
Chinese (Simplified)
Chinese (Traditional)
Corsican
Croatian
Czech
Danish
Esperanto
Estonian
Ewe
Faroese
Filipino
Finnish
Frisian
Ga
Galician
Georgian
German
Guarani
Gujarati
Haitian Creole
Hausa
Hawaiian
Hindi
Hmong
Hungarian
Icelandic
Igbo
Interlingua
Irish
Italian
Japanese
Javanese
Kannada
Kazakh
Kinyarwanda
Kirundi
Kongo
Korean
Krio (Sierra Leone)
Kurdish
Kurdish (Soranî)
Kyrgyz
Laothian
Latin
Latvian
Lingala
Lithuanian
Lozi
Luganda
Luo
Luxembourgish
Malagasy
Malay
Malayalam
Maltese
Maori
Marathi
Mauritian Creole
Moldavian
Mongolian
Montenegrin
Nepali
Nigerian Pidgin
Northern Sotho
Norwegian
Norwegian (Nynorsk)
Occitan
Oriya
Oromo
Pashto
Portuguese (Portugal)
Punjabi
Quechua
Romanian
Romansh
Runyakitara
Russian
Samoan
Scots Gaelic
Serbian
Serbo-Croatian
Sesotho
Setswana
Seychellois Creole
Shona
Sindhi
Sinhalese
Slovak
Slovenian
Somali
Sundanese
Swahili
Swedish
Tajik
Tatar
Telugu
Thai
Tigrinya
Tonga
Tshiluba
Tumbuka
Turkish
Turkmen
Twi
Uighur
Ukrainian
Urdu
Uzbek
Welsh
Wolof
Xhosa
Yiddish
Yoruba
Zulu
-Πρέπει να την πάμε στο παλάτι.
-Οδυσσέα...
...κάνε γρήγορα!
-Οδυσσέα!
-Αφέντη, έρχεται το μωρό.
-Πάρε με σπίτι!
-Αφέντη!
-Πες τους να ετοιμαστούν.
-Σκέψου εμάς...
Εσύ κι εγώ...
... ξαπλωμένοι στην παραλία.
-Κρατήσου γερά.
-Δώσε μου τον πόνο σου.
-Αφέντη.
-Έρχεται.
-Ελάτε από δω.
-Από δω.
-Έρχεται το μωρό.
-Αφέντρα Αντίκλεια.
-Το μωρό της Πηνελόπης έρχεται.
- Έρχεται το μωρό.
-Το μωρό της βασίλισσας.
-Ηρέμησε μικρέ.
-Κοίτα με στα μάτια.
-Αγόρι.
-Σ΄ αγαπώ.
-Δείξε του το καινούριο του σπίτι.
-Βλέπεις, Τηλέμαχε.
-Η Ιθάκη, το βασίλειό σου.
-Βλέπεις, πόσο όμορφη είναι;
-Κοίτα...
Εκείνη ήταν η πιο περήφανη μέρα της ζωής μου.
Η γλυκιά μου Πηνελόπη κι οι θεοί μου έδωσαν ένα γιο.
Αλλά συγχρόνως ο κόσμος που χτίζαμε μαζί άλλαξε για πάντα.
Άσχημα νέα έφτασαν στις ακτές μας.
Η αγαπημένη Ελλάδα ήταν σε πόλεμο με την Τροία...
...ένα μακρινό βασίλειο πέρα από τη θάλασσα.
Οι ισχυρότεροι συνάδελφοι βασιλιάδες...
ο Αγαμέμνων και ο Μενέλαος ήρθαν να με βρουν.
Έχοντας δώσει όρκο αφοσίωσης...
δεσμευμένος να προστατεύω το βασίλειό μου...
...αναγκάστηκα να αφήσω το σπίτι μου...
...μη ξέροντας αν θα ξανάβλεπα τη γυναίκα μου και το παιδί μου.
Είμαι ο Οδυσσέας, ο βασιλιάς της Ιθάκης...
... κι αυτή είναι η ιστορία μου.
-Όχι άφησε το εδώ.
Το τόξο ανήκει τώρα στο γιο σου, στον εγγονό μου.
Εσύ θα το μάθεις να το χρησιμοποιεί, όταν μεγαλώσει.
-Μητέρα...
-Ξέρω πως πρόκειται για πόλεμο.
-Ευρυβάτη.
-Κάλεσε τους καπετάνιους και τα πληρώματα...
...σαλπάρουμε για την Τροία.
-Τροία; Οι θεοί μαζί μας.
-Αθηνά, θεά που πάντα με προστατεύεις...
...κι όμως σήμερα παραμένεις σιωπηλή.
-Δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγω αυτόν τον πόλεμο.
-Αθηνά, μίλησέ μου.
-Όχι δάκρυα.
-Όχι δάκρυα.
-Είναι δυνατός σαν εσένα, δεν κλαίει.
-Υποσχέσου ότι θα γυρίσεις.
-Δε μπορώ...
Η Τροία δε θα πέσει εύκολα.
-Σ’ αγαπώ.
-Πηνελόπη, αν δε γυρίσω...
-Θα γυρίσεις.
-Αν αποτύχω κι αν πεθάνω...
-Μη λες τέτοια λόγια.
-Πρέπει να με αφήσεις να πεθάνω στην καρδιά σου.
-Δε μπορείς να ζήσεις ολομόναχη.
Θα 'σαι πάντα η γυναίκα μου.
Αν βγάλει γένια στο πρόσωπο και δεν έχω γυρίσει...
... θα διαλέξεις έναν άλλο και θα παντρευτείς...
... και θα δώσεις στο γιο μας ένα βασίλειο...
... κι όλα όσα πασχίσαμε να αποκτήσουμε.
-Υποσχέσου.
Σ’ αγαπώ.
-Οδυσσέα!
-Θα μείνω ζωντανός..
... ζωντανός σαν αυτό το δέντρο...
... που γύρω του κτίσαμε τον κόσμο μας.
-Θα περιμένω.
-Άντιφε ,παίξε το τραγούδι του αποχαιρετισμού .
-Σηκώστε τα πανιά .
-Κάνε σκόνη την Τροία …
…γύρνα με τα λάφυρα των σκοτωμένων εχθρών …
…και η καρδιά μου θα αγαλλιάσει .
-Δώσε στην Πηνελόπη την ίδια δύναμη που έδωσες σε μένα .
-Θα φροντίσω το γιο σου όπως φρόντισα εσένα .
-Οι θεοί της θάλασσας και του ουρανού με πήγαιναν στην Τροία …
…οι πολεμιστές μου δίπλα μου …
…αλλά ήμουν μόνος μου .
-Είσαι άρρωστος Ευρύλοχε ;
Έχει την αρρώστια του ψεύτη .
-Αλήθεια .Τα τείχη της Τροίας φτάνουν στα σύννεφα .
-Βλέπω ότι δεν είσαι πια μαζί μου ,Αθηνά …
…Δεν πειράζει …
…μπορώ να τα κάνω όλα μόνος μου .
-Μ’ αυτό τον τρόπο μιλάς στην προστάτιδά σου ;
-Αθηνά .
-Το κρασί σου φούσκωσε τα μυαλά ,Οδυσσέα μου .
-Πίνεις επειδή φοβάσαι το μέλλον σου . - Εγώ;
-Δεν φοβάμαι τίποτα .
-Σε πειράζω. Θύμωσες μαζί μου.
- Αθήνα. Θα μπορούσες να με βοηθήσεις να πείσω τον Αγαμέμνονα …
…τη μέρα της γέννησης του γιου μου.
-Θεά είμαι . Έχω κι άλλα καθήκοντα .
-Και μην ξεχνάς . Με βλέπουν μόνο όταν θέλω εγώ.
-Δεν ήθελα να γλιτώσεις από αυτό το ταξίδι…
…επειδή θέλω να πας .
-Θέλω γενναίε μου Οδυσσέα να νικήσεις τους Τρώες .
-Αρκετά έχω πολεμήσει .
-Η μοίρα σου είναι να πολεμάς , να γίνεις αθάνατος …
…να βάλεις τ’ όνομά σου στα χείλη ατέλειωτων γενεών .
-Όχι. Δεν έχω ανάγκη να με θυμούνται ατέλειωτες γενιές .
-Οδυσσέα! Σε μένα δε μπορείς να πεις ψέματα !
Ξέρω τον αληθινό σου χαρακτήρα σου .
-Ξέρω την περηφάνια σου.
-Τη ματαιοδοξία σου …
-Περιβάλλεσαι από ανθρώπους που δε σου λένε ποτέ όχι .
-Κοίτα τους , φοβάμαι για σένα .
-Ο Πολίτης είναι απερίγραπτα πεισματάρης .
-Αυτό που τον κάνει ανίκητο .
-Ο Ευρύλοχος είναι ψεύτης .
-Ο Ευρύλοχος είναι ο καλύτερος σιδεράς σ’ όλη την Ελλάδα .
Ο Άντικλος, η περιέργειά του θα τον βάζει πάντα σε φασαρίες .
-Βλέπω την Τροία !
-Αυτό τον κάνει ατρόμητο .
-Τους βλέπεις καλούς επειδή σ’ αγαπάνε .
-Πρέπει να τους εκμεταλλευτείς για να νικήσεις τους Τρώες.
-Πρέπει να είσαι γενναίος Οδυσσέα μου.
-Δε φοβάμαι …
…αρκεί να είσαι μαζί μου .
Χρόνια πολεμούσαμε κάτω από τα τείχη της Τροίας .
Στεκόμουν με το δυνατό Αχιλλέα, δίπλα - δίπλα…
εναντίον του Έκτορα, του πιο φοβερού πολεμιστή των Τρώων...
…και των στρατευμάτων του. Χιλιάδες άντρες πέθαναν…
Μητέρες και σύζυγοι περνούσαν ατέλειωτες νύχτες άυπνες...
…και κανείς δεν ήξερε με ποιον ήταν οι θεοί.
- Σταματήστε! Παίξε! Παίξε!
Πολεμήστε! Πολεμήστε!
-Αχιλλέα! Ακούστε με Έλληνες!
Είμαι ο Έκτορας, ο υπερασπιστής της Τροίας και σε προκαλώ.
Εδώ μπροστά στους θεούς και στο λαό σου …
…θα ξεσκίσω το στήθος σου να πάρω την καρδιά σου…
…και θα φτύσω το αίμα σου στα μούτρα των σκλάβων σου!
-Έκτορα!
- Ο Έκτορας είναι δικός μου!
Δικός μου!
- Σκότωσα τον Έκτορα, θα θάψω την Τροία!
Τον έβδομο χρόνο του αίματος…
…ο ημίθεος Αχιλλέας σκοτώθηκε.
Χάσαμε τις ελπίδες μας.
Η Τροία είχε πάρει τους καλύτερους από μας …
και ακόμα έμενε απόρθητη.
Η λέξη στα χείλη όλων των Ελλήνων στρατιωτών...
ήταν εγκατάλειψη του πολέμου.
Αλλά αρνιόμουν να δεχτώ τόσους μάταιους θανάτους.
Είχα ένα σχέδιο και έπεισα τους συναγωνιστές μου...
...πως υπήρχε τρόπος να μπούμε στην Τροία.
-Ο βασιλιάς Πρίαμος.
-Φτιαγμένο από τα ξεχασμένα πλοία τους.
Πολύτιμο τρόπαιο.
-Αφήστε με, αφήστε με!
- Έλεος καλέ βασιλιά, λυπήσου τον γέρο άνθρωπο.
- Εγώ έπεισα τους Έλληνες να υποχωρήσουν...
και να σας προσφέρουν αυτό το δώρο, μεγάλε βασιλιά.
Τους είπα "αδέρφια μου, μετά από δέκα χρόνια πολέμου νικήσατε",
αφού κανένας ποτέ δεν θα μπορέσει να εκπορθήσει τα τείχη της Τροίας.
Τους έπεισα να φτιάξουν αυτό το μεγαλοπρεπές άλογο...
ως δώρο υποχώρησης σ’ εσάς και για τους κόπους μου
με αποκάλεσαν δειλό και μ' άφησαν εδώ να ικετεύω.
- Βασιλιά Πρίαμε, χάρισε μου τη ζωή και θα ‘μαι δούλος σου.
- Κι ένας ηλίθιος μπορεί να δει ότι λέει ψέματα!
- Ο μάντης Λαοκόων! Θα μας καταστρέψει!
- Αυτό το στόμα ποτέ δεν είπε αλήθεια.
-Καλέ βασιλιά τ' ορκίζομαι!
- «Φόβου τους Δαναούς και δώρα φέροντες».
Ο Ποσειδώνας έστειλε το θαλάσσιο ερπετό του.
- Είναι σημάδι! Ο μάντης σου προσέβαλε τον Ποσειδώνα!
Πρέπει να δεχτείς το δώρο των Ελλήνων.
- Κυλήστε το στην πύλη.
- Ρίξτε το σκοινί.
-Ακίνητος!
- Βλέπετε Θεοί της θάλασσας και του ουρανού; Κατέκτησα την Τροία!
- Εγώ ο Οδυσσέας, ένας κοινός θνητός με σάρκα και κόκαλα, αίμα και νου!
- Δε σας χρειάζομαι τώρα!
- Μπορώ να κάνω τα πάντα.
- Οδυσσέα, γιατί μ’ αψηφάς;
-Ποιος είσαι;
-Εγώ ο Ποσειδώνας. Ο Θεός της σκοτεινής θάλασσας.
- Ξέχασες κιόλας πως σε βοήθησα;
-Με βοήθησες;
- Για δέκα χρόνια έπαιζες μαζί μας λες και ήμασταν παιγνίδια.
- Για δέκα χρόνια άφηνες να χύνεται αίμα στις παραλίες σου.
-Ήταν όμως το φίδι μου που έκλεισε το στόμα του Λαοκόωντα...
... αλλιώς το άλογο σου ήταν καταδικασμένο.
Και αρνείσαι ακόμα να μ' ευχαριστήσεις;
- Ξεχνάς πως ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα χωρίς τους θεούς;
Θα πληρώσεις γι’ αυτή την προσβολή και την αλαζονεία σου.
Θα περιπλανιέσαι στη θάλασσα μου αιώνια...
… ποτέ δε θα ξαναδείς τις ακτές της Ιθάκης.
- Δεν μπορείς να με εμποδίσεις!
- Θα υποφέρεις!
Κάνεις δε θα μ’ εμποδίσει να δω την Ιθάκη!
Άκουσα το βρυχηθμό του Ποσειδώνα...
...μα τα λόγια του χάθηκαν.
Νικητής, αγέρωχος, σαλπάρισα από την Τροία.
Το μυαλό μου γεμάτο με τη σκέψη της πατρίδας...
... που είχα 10 χρόνια να δω.
- Βλέπεις Τηλέμαχε, είναι εύκολο.
-Τηλέμαχε, Τηλέμαχε πού είσαι;
- Δε με πιάνεις!
- Θα σε πιάσω!
- Μητέρα, σώσε με!
- Τηλέμαχε, που θα έπρεπε να είσαι;
-Στο χωράφι και να αρμέγω πρόβατα.
- Εύμαιε, πήγαινε πίσω τον Τηλέμαχο.
-Έλα αγόρι μου, πάμε.
-Έξω!
- Παιδί είναι, δεν είναι έτοιμος γι’ αντρική δουλειά.
- Επειδή εσύ δεν τον αφήνεις να μεγαλώσει.
- Δικός μου γιος είναι, όχι δικός σου.
- Ο γιος μου ήταν έτοιμος για όλα.
- Ναι, αλλά ο γιος σου είχε τον πατέρα του.
- Κι ο δικός σου σύντομα.
- Κάθε μέρα χωρίς τον Οδυσσέα μου φαίνεται αιώνας.
- Αλλά αν δεν γυρίσει...
- Μη μου λες τέτοια λόγια!
- Δεν μπορείς να το αποφύγεις.
Αν ο Οδυσσέας είναι νεκρός, πρέπει να το αντέξεις και να συνεχίσεις.
-Πρέπει να ζήσεις για χάρη του γιου σου.
Όπως έκανα κι εγώ.
Πρέπει να αναθρέψεις ένα Βασιλιά.
-Έχεις καρδιά από πέτρα.
- Ναι, αν η πέτρα μπορεί να τρέμει και να ματώνει.
-Οδυσσέα, επέστρεψε κοντά μου!
Σύντομα άρχισε η εκδίκηση του Ποσειδώνα.
Για μήνες σκέπασε τη θάλασσα από ομίχλη.
Χωρισμένος από τον υπόλοιπο στόλο...χάθηκα.
- Άντικλε!
-Τίποτα. Μόνο ομίχλη!
- Άντιφε...αν σε βρω θα σε ρίξω με τη φλογέρα σου στη θάλασσα.
- Στεριά! Είναι στεριά!
-Πίσω στα κουπιά σας.
- Δεν είναι η Ιθάκη.
-Τράβα κουπί.
- Αν ζουν άνθρωποι εδώ, θα μας πουν πόσο μακριά είμαστε.
- Ας πάνε οι άλλοι, αφέντη. Εσύ πάς αργότερα.
- Περιμήδη…
-Τ' ακούω. Πρόβατα ή κατσίκες.
Και βάζω στοίχημα πως θα τα βρω πρώτος.
- Ελπήνορα, φέρε τα δώρα μας για τους οικοδεσπότες.
-Εσύ μείνε με το καράβι. -Να μείνω μόνος εδώ αφέντη;
- Κέρδισα! Μια άδεια σπηλιά. 'Όχι γυναίκες αλλά…πολύ τυρί!
-Έχουν τα πρόβατα στη σπηλιά μαζί τους.
- Δεν έχουν εργαλεία. -Καθόλου όπλα.
- Δεν έχουν σιτάρι, ούτε λάδι. Μόνο τυρί.
- Φέρτε το κρασί. - Άγριοι.
-Το κρασί είπα. Θα το ανταλλάξουμε με νερό.
- Ανακάτεψε το κρασί με νερό, είναι πολύ δυνατό.
-Ω, μικρό μου αγόρι!
- Θα σε κατεβάσουμε απ’ το λόφο κυλώντας όταν μεθύσεις.
- Ας δούμε αυτούς τους βοσκούς.
-Ε; Ποιοι είστε εσείς;
- Στρατιώτες είμαστε. Χαθήκαμε.
- Και τώρα τρώτε το φαγητό μου!
- Είναι αλήθεια, φάγαμε... σαν φιλοξενούμενοι σας.
- Φέρνουμε δώρα. Δε συνηθίζονται κι εδώ;
Έτσι λέει ο άγραφος νόμος.
- Εδώ δεν έχουμε νόμους, κάνουμε ό,τι θέλουμε!
-Δεν είσαι μόνος σου;
- Όχι, τ’ αδέρφια μου έχουν τις μεγάλες σπηλιές.
-Και πού είναι οι γονείς σου;
Η μητέρα μου είναι θαλάσσια νύμφη.
Ο πατέρας μας είναι ο παντοδύναμος Θεός Ποσειδώνας!
-Α, μάλιστα. Ο Ποσειδώνας!
- Εγώ είμαι ο μικρότερος, ο Πολύφημος. Τι φέρατε;
-Φέραμε δώρα...
νομίζοντας ότι μπορούμε να τα ανταλλάξουμε με πρόβατα.
- Μπορούμε να ετοιμάσουμε ένα τσιμπούσι.
-Τυρί;
- Προτιμώ το κρέας!
-Όχι! -Και γιατί όχι;
- Επειδή οι άνθρωποι δεν τρώνε ο ένας τον άλλο.
- Οι Κύκλωπες το κάνουν.
-Ποιου είναι η σειρά;
-Όχι, όχι. Κάτσετε κάτω.
-Πάρε εμένα. Σε παρακαλώ.
- Φυσικά, τότε θα φας τα μάγια που έχω στο κεφάλι μου.
- Ξέρεις πόσα μάγια έχω εδώ μέσα;
- Θα φτύσω το κεφάλι σου.
-Τότε δεν θα έχεις μάθει τίποτα.
-Ο γιος του Ποσειδώνα δεν είναι χαζός, ε; Δεν είσαι βλάκας;
Αν με φας, θα σκοτώσεις όλα τα μυστικά του κόσμου.
-Ποια μυστικά;
-Τί μυστικά;
- Άντικλε, το κρασί.
-Τί είναι αυτό; - Κρασί, το ποτό των Θεών.
- Δοκίμασε.
-Μ' άρεσε! Κι άλλο!
-Πώς σε λένε; -Εμένα;
- Είναι ο βασιλιάς της... -Σταμάτα!
- Το όνομά μου είναι Κανένας.
-Κα-νέ-νας. -Εντάξει Κανένας.
Το πρωί θα μου πεις κι άλλα μυστικά, αφού φάω.
-Θα τον σκοτώσω τώρα.
-Και μετά ποιός θα μετακινήσει την πέτρα;
- Πρέπει να υπάρχει άλλος τρόπος να βγούμε.
- Υπάρχει.
-Το μάτι μου! Το μάτι μου!
- Το μάτι μου! Τί μου κάνατε;
-Δεν βλέπω! Βοηθήστε με, δεν βλέπω.
- Αδέρφια, με τύφλωσε!
- Ο Κανένας με τύφλωσε!
-Πού είσαι; Που βρίσκεσαι;
- Θα σε σκοτώσω και θα σε φάω κομμάτι - κομμάτι!
-Ελπήνορα!
-Ελπήνορα!
- Θα σε πιάσω! Πού είσαι; Θα σε πιάσω!
- Σ’ ακούω, δε μπορείς να ξεφύγεις!
- Θα σε πιάσω! Πού είσαι;
- Τί έγινε;
-Άντρες στα κουπιά! -Τί έγινε;
-Τί έγινε; Πέστε μου.
-Ένα τέρας! -Πολύφημε! Πολύφημε!
Δεν μου άφησες άλλη επιλογή.
Ο πατέρας σου ο Ποσειδώνας φταίει που σε τύφλωσα...
Μ' ακούς Ποσειδώνα;
Είμαι ζωντανός. Ο Οδυσσέας είναι ζωντανός.
Και δεν μπορείς να με σταματήσεις!
-Πατέρα. Πάρε εκδίκηση. Πατέρα!
Αρμενίζαμε για μήνες.
Από το νησί των Κυκλώπων προς τη δύση του Ήλιου.
Οι καρδιές μας βαριές από το χαμό του Άντιφου...
και της γλυκιάς του φλογέρας.
Με το στόμα μας στεγνό από τη δίψα...
ψάχνοντας απελπισμένα νερό για να πιούμε...
πλησιάσαμε σε μια άλλη άγνωστη χώρα.
-Μείνε ακίνητο επιτέλους!
-Ξαφνιάστηκες; Ομολόγησε το.
Το βλέπω ότι ξαφνιάστηκες!
-Ποιός είσαι;
-Είμαι ο Αίολος. Ο Θεός των ανέμων.
Αυτό εδώ είναι το νησί μου...
απ' όπου οι απαλές αύρες και οι λυσσαλέες καταιγίδες ξεκινάνε.
-Τιμή μου. Αλλά γιατί δεν μου επιτρέπεις να πιω;
-Επειδή σε ξέρω Οδυσσέα, βασιλιά της Ιθάκης.
Μην φοβάσαι. Πέρνα μέσα από το νερό.
Έχω κάτι για σένα. Έλα!
Μην φοβάσαι.
- Έλα κοντά. -Με ξέρεις;
-Όλοι ξέρουν τον Οδυσσέα, το μεγάλο ήρωα που έφτιαξε το Δούρειο Ίππο.
Μα λίγοι Έλληνες ξέρουν πως είσαι ο μόνος...
που δεν μπορείς να επιστρέψεις στην πατρίδα σου.
-Ο Ποσειδώνας πιστεύει ακόμα πως μπορεί να με σταματήσει.
-Ο Ποσειδώνας! Σιγά τον Ποσειδώνα!
Κάνει το νταή! Είναι ξάδερφος μου.
Είναι φαντασμένος και εγωιστής.
Ξεχνάει πως η θάλασσα δεν είναι τίποτα χωρίς τον άνεμο!
Και ποιός είναι ο Θεός των ανέμων;
Μάντεψε ποιός είναι: Εγώ είμαι!
Θα του δείξουμε. Δώσε μου το αυτό.
Δώσ' το Οδυσσέα. Ευχαριστώ. Θα του δείξουμε!
Εδώ πάνω!
Πολύ ξεροκέφαλοι αυτοί οι άνεμοι!
Άφησα μόνο το δυτικό άνεμο ελεύθερο.
Σε εννιά μέρες θα πάει εσένα και το καράβι σου στην Ιθάκη.
Έλα 'δω. Πιάσε!
-Γιατί με βοηθάς; -Επειδή είσαι ο πρώτος θνητός...
που χρησιμοποίησε ποτέ το μυαλό του.
Και κατάλαβες ότι πάντα υπάρχει κάτι που μπορείς να μάθεις.
Πήγαινε τώρα και κοίτα να μην ανοίξεις αυτό το σακί.
-Τυχερός ο Οδυσσέας. Εμείς βρίσκουμε νερό, αυτός χρυσάφι.
Ίσως και κάτι καλύτερο.
-Όχι!
Μην το πειράζεις!
Θα σας πω τι είναι όταν φτάσουμε στην Ιθάκη, όχι πριν.
Σύντομα μου είχε υποσχεθεί ο Αίολος...
...πολύ σύντομα θα έβλεπα την Πηνελόπη μου,
την οικογένεια μου, το σπίτι μου.
-Πέταξε και πες στην Πηνελόπη πως δεν θα κοιμηθώ...
μέχρι να αγκαλιαστούμε στο κρεβάτι μας.
-Πήγαινε!
Η καρδιά μου φτερουγίζει λες και...φοβάμαι να το πω...
-Επιτέλους, κοιμήθηκε. -Ν' ανοίξουμε το σακί.
-Θα ΄ναι γεμάτο θησαυρούς. -Να βάλουμε στοίχημα.
Πολίτη τι λες να είναι;
-Δεν με νοιάζει, αλλά θέλω το μερίδιο μου.
-Περιμήδη; -Δεν μπορείτε να τ' ανοίξετε!
Είναι τ' αφέντη!
-Ό, τι ανήκει στον αφέντη ανήκει και σ' εμάς.
-Ας το κρατήσει ο Οδυσσέας. Απλά θέλω να δω τι είναι.
-Τότε θα πάρω και το δικό μου μερίδιο.
-Εγώ λέω ότι είναι χρυσάφι.
-Η Ιθάκη, είναι η Ιθάκη!
-Φτάσαμε στην πατρίδα! -Να ξυπνήσω τον αφέντη!
-Όχι. Αν κουνηθείς θα σου κόψω τ' αυτί!
Μόλις φτάσουμε, δεν θα μας δείξει τι έχει στο σάκο!
-Με ξύπνησε ένα παράξενο προαίσθημα.
-Ναι, έρχεται!
-Αφέντη!
-Γρήγορα!
-Αντε! -Κόφ' το.
-Τί κάνατε; Μαζέψτε τα πανιά.
Μαζέψτε τα πανιά!
Σας είπα να μην τ' ανοίξετε μέχρι να φτάσουμε στην Ιθάκη.
Τί κάνατε;
-Ανόητοι. Με προδώσατε!
Με προδώσατε!
Ανόητοι!
Με προδώσατε!
-Πού ήσουν;
-Πλοίο είν' αυτό;
Αντίκρισα για μια στιγμή την Ιθάκη...
κι οι ελπίδες μου να ξαναδώ την Πηνελόπη
εξανεμίστηκαν από τη μανία των ανέμων.
Ανεμοδαρμένοι, έχοντας χάσει τρόφιμα και νερό...
βρεθήκαμε στην άλλη άκρη του κόσμου.
-Φαγητό! -Μακριά!
-Ορίστε αφέντη. Μόνο αυτό βρήκα.
-Δεν θα πάρετε ούτε σπυρί από 'μένα.
-Μόνοι σας τα κάνετε, να πεθάνετε τώρα της πείνας!
-Αν υπάρχει θήραμα θα το σκοτώσω.
Αλλά θα το μοιραστώ με τ' αδέρφια μου.
-Πολίτη πήγαινε μαζί του. Μάτια ανοιχτά.
-Περιμήδη.
-Χρυσάφι και ασήμι! Εσύ άνοιξες το σακί...
και τώρα πεινάμε.
-Μπορώ να ανοίξω κι εσένα να σε μαγειρέψουμε εδώ πέρα.
-Ησυχία!
-Προχώρα.
-Φαγητό!
-Πιάστε το! -Εμπρός!
-Σταματήστε το!
-Όχι! -Τώρα θα σε σφάξω!
-Σταματήστε σας παρακαλώ! Σε παρακαλώ αφέντη σταμάτα!
-Πού είναι οι άλλοι; -Αιχμάλωτοι.
-Από ποιόν; Πολεμιστές, άγριους, από ποιόν;
-Όχι! Είναι ο Πολίτης, ο δικός μας μεταμορφωμένος σε γουρούνι.
-Ευρύλοχε άσε τ' αστεία. -Είναι αλήθεια, τ' ορκίζομαι!
Εδώ είναι το νησί μιας μάγισσας.
Έκανε τους συντρόφους μας ζώα, το είδα με τα μάτια μου!
-Λέει ψέματα για να δικαιολογηθεί!
Τί έκανες δειλέ; Έτρεξες να γλιτώσεις από τη μάχη;
-Αφέντη! -Ασ' τον μιλήσει.
-Μισή μέρα σκαρφαλώναμε από ένα μονοπάτι στα βουνά.
Από το δάσος ακούσαμε μια γλυκιά γυναικεία φωνή...
που μας καλούσε να πάμε... ήταν η μάγισσα.
Φτάσαμε σ' ένα πέτρινο παλάτι που 'χε γύρω άγρια ζώα, λιοντάρια, λύκους...
Την είδαμε από μακριά να περπατά από παράθυρο σε παράθυρο τραγουδώντας.
Μας πρόσφερε φαΐ και κρασί με τη μελένια της φωνή και πήγανε.
-Αλλά εσύ δεν μπήκες;
-Έμεινα πίσω, ναι! Και νιώθω απαίσια που είχα δίκιο.
-Συνέχισε.
-Πλησίασα έρποντας και είδα.
Ακουγόταν μουσική, η μάγισσα κούνησε τα χέρια της...
και οι σύντροφοι έγιναν ζώα μπροστά στα μάτια μου!
-Αδύνατο! -Μόνο ο Πολίτης ξέφυγε!
-Πράγματι, μοιάζει με τον Πολίτη. -Σιωπή βλάκα!
Αφέντη μην τον πιστεύεις!
Θα πεθάνουμε της πείνας για τις ψευτιές του;
-Αν αγγίξετε το γουρούνι θα σας σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια!
-Αρκετά! Λες αλήθεια;
-Στη ζωή μου.
-Αν δεν γυρίσω μέχρι την αυγή, φύγετε απ' αυτό το μέρος.
-Αφέντη, αφέντη! -Αφέντη δεν μπορείς να πας!
Θα κάνει και σε σένα μάγια.
-Εγώ τους έστειλα, θα τους φέρω πίσω.
-Μην τολμήσετε να πλησιάσετε!
-Άντικλε;
Πού είναι οι άλλοι;
-Πρόσεχε! Θα χάσεις το σπαθί σου και το χρειάζεσαι.
-Ο Ερμής, ο αγγελιαφόρος των Θεών.
-Αυτοπροσώπως!
-Επιτέλους. Η Αθηνά σ' έστειλε.
Σε παρακαλώ. στερέωσε μου το σπαθί
-Συγνώμη, δεν μου επιτρέπεται να αγγίζω.
Μόνο λόγια προσφέρω. Άκου τη συμβουλή μου.
Πιάσε εκείνο το βράχο. -Ποιόν;
-Αυτόν εδώ.
-Έλα, φάε αυτό. -Όχι, είναι δηλητήριο.
-Εγώ στο δίνω. Ένας θεός σ' ένα θνητό.
-Όχι, αρνούμαι!
-Όπως νομίζεις. Αλλά είναι ο μόνος τρόπος...
να σταματήσεις τα μάγια της Κίρκης.
Δεν μ' εμπιστεύεσαι;
Ξέρει ότι έρχεσαι.
Αλλά τώρα αν πιεις το γλυκό της ποτό θα παραμείνεις άνθρωπος.
Αυτό θα αιφνιδιάσει τη μάγισσα.
Τράβα το σπαθί σου δήθεν για να τη σκοτώσεις.
Φόβισε τη λίγο.
Μετά θα σου κάνει μια προσφορά. Να κοιμηθείτε μαζί.
Δεν μπορείς να αρνηθείς σε μια θεά!
Μόνο τότε θα σου παραδώσει τους άντρες σου.
Αντίο!
-Έλα κοντεύεις, σχεδόν έφτασες. Μην φοβάσαι.
Πρέπει να πεινάς και να διψάς.
Κρασί με μέλι.
-Κι άλλο.
-Πολύ γλυκό!
-Περίμενα ένα λιοντάρι από τέτοιο άντρα.
-Δεν θα με μεταμορφώσεις.
-Όχι! -Όχι;
-Τί θα κάνεις με το μαχαίρι; -Να θέσω τέρμα στη ζωή σου.
-Κάν' το και δεν θα ξαναδείς τους άντρες σου ποτέ ξανά.
Οδυσσέα! Ο μόνος τρόπος να τους ξανακάνω ανθρώπους...
είναι να κοιμηθούμε μαζί.
Γενναίε Οδυσσέα! Εξακολουθείς να είσαι άντρας;
***Θέλω και εγώ!*** ***Θέλω και εγώ!***
-Είστε δειλοί εγκληματίες! Αυτό είστε!
-Τουλάχιστο θα γεμίσουμε τις κοιλιές μας.
-Σε πιστεύω Ευρύλοχε αλλά δεν μπορώ να τους σταματήσω.
-Θα φάω εγώ το μερίδιο σου. -Κοίταξε με ηλίθιε!
-Έλα πιο κοντά. Δεν μ' αναγνωρίζεις;
-Πολίτη! Σας είπα πως είναι ο Πολίτης!
-Τώρα με θυμάσαι, ε!
-Φέρε τους άντρες σου εδώ.
Να φάνε και να ξεκουραστούν.
Η Κίρκη γέμισε τ' αυτιά μας με μουσική.
Και τα μυαλά μας με το μαγικό ανθό του λωτού.
Τα φίλτρα της έκαναν αδύναμα τα κορμιά μας...
και θόλωσαν τις σκέψεις μας.
-Τηλέμαχε; -Θα πάω κυνήγι.
-Όχι μ' αυτό. Όχι ακόμα.
-Μα είναι δικό μου! -Είναι.
-Αφού μπορώ να φυλάω τα κοπάδια του πατέρα μου
και να σκοτώνω το θήραμα του...
τότε μπορώ να χρησιμοποιήσω και το τόξο του.
-Αν μπορείς να το λυγίσεις είναι δικό σου και μπορείς να κυνηγάς μ' αυτό.
Αν δεν μπορέσεις θα μπει στο θησαυροφυλάκιο...
του πατέρα σου μέχρι να στο δώσω εγώ.
-Η αφέντρα Αντίκλεια πάει στην παραλία. Έλα γρήγορα.
-Αντίκλεια, Αντίκλεια!
-Δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Αν ο Οδυσσέας έχει πεθάνει...
θα τον συναντήσω στο πέλαγος.
-Είναι ζωντανός. Θα τον περιμένουμε μαζί.
-Όχι!
Άφησε με!
-Αντίκλεια! Αντίκλεια!
-Ντρέπομαι αλλά η πέτρινη μου καρδιά ράγισε.
Δεν έχει άλλο αίμα για να αιμορραγεί!
-Και τί θα γίνει με την υπόλοιπη οικογένεια σου, με εμένα;
Δεν είσαι μόνο πεθερά μου, είσαι και μητέρα μου...
είσαι ο πατέρας μου, είσαι η δύναμη μου.
-Είσαι αρκετά δυνατή μόνη σου. Θα με νιώθεις κοντά σου.
Ακόμα κι απ' τη χώρα των νεκρών.
-Όχι! -Σε παρακαλώ!
Δεν μπορείς να με σταματήσεις!
Όχι δάκρυα.
-Ξαπλώνεις μαζί μου και σκέφτεσαι τη γυναίκα σου;
-Ναι! -Γιατί;
Όσο μοιραζόμασταν αυτό το κρεβάτι την ξεχνούσες.
-Όχι. Μου 'δωσες πολλά Κίρκη...
αλλά ποτέ δεν πρόκειται...
να ξεχάσω την Ιθάκη και την Πηνελόπη.
Ποτέ στη ζωή μου.
Πόσο μάλλον μέσα σ' αυτές τις πέντε μέρες.
-Πέντε μέρες;
Καημένε, ταλαίπωρε Οδυσσέα! Νομίζεις πως βρίσκεσαι εδώ...
για πέντε μέρες αντί για πέντε χρόνια!
-Τί παιγνίδι παίζεις;
-Εσείς οι θνητοί καταλαβαίνετε τόσο λίγα!
Εδώ στο παλάτι μου ο χρόνος δεν έχει νόημα.
Περνάει, γλιστράει, σβήνει με όποιο τρόπο θέλω εγώ.
Αυτό που σας φάνηκε μια ώρα, ή μια μέρα εδώ μέσα...
ήταν χρόνος έξω από αυτούς τους τοίχους.
-Είδα την Ανατολή και τη Δύση, είναι αδύνατο!
-Αν θες αποδείξεις, πήγαινε να δεις το καράβι σου...
που έχει θαφτεί στην άμμο από την παλίρροια.
Και στο δρόμο αναρωτήσου αν η γυναίκα σου...
έχει τόσο δυνατή μνήμη όσο εσύ!
Ή αν έχει βρει άλλο σύντροφο!
-Ξυπνήστε! Ξυπνήστε!
Σηκωθείτε αμέσως!
Ξυπνάτε!
-Βλέπω ότι με πιστεύεις τώρα!
-Συνωμότησες με τον Ποσειδώνα εναντίον μου.
Μην τα φορτώνεις στους θεούς.
Σου έδωσα τους άντρες σου, αλλά κόλλησες στο κρεβάτι μου.
Δεκαπέντε χρόνια δεν είδα το γιο μου...
ή το σπίτι μου, ή τη μάνα μου.
-Ούτε άγγιξες τη γυναίκα σου που είναι μόνη της.
Θα χάσεις κι αλλά αν δεν ανοίξεις τα μάτια σου.
Εσύ άνοιξε τα μάτια σου και δες ποιος είμαι
Θα με βοηθήσεις να βρω το δρόμο για το γυρισμό...
αλλιώς αυτή τη φορά θα σε σκοτώσω.
-Ξέρω κάποιον που ξέρει το δρόμο για την Ιθάκη.
-Πες μου.
-Ο μάντης Τειρεσίας. -Ο Τειρεσίας είναι νεκρός.
-Αν θες να γυρίσεις σπίτι σου...
πρέπει πρώτα να πας στον Κάτω Κόσμο.
Μόνο εκεί θα βρεις τις απαντήσεις που ζητάς.
-Στον Άδη, το Βασίλειο των νεκρών.
-Έχεις δίκαιο να φοβάσαι.
-Πως θα βρω των Τειρεσία;
Πρέπει να περάσεις τον πύρινο ποταμό και να θυσιάσεις ένα κριάρι.
Μετά πρέπει να μπεις μέσα στη φωτιά...
για να βρεις τον Τειρεσία.
Πήγαινε.
Πέντε χρόνια χάθηκαν με την παλίρροια.
Πέντε χρόνια πόνου για την Πηνελόπη.
Και ο γιος μου;
Θα είναι 15 χρόνων τώρα.
Και ακόμα δεν έχει δει τον πατέρα του.
-Το παιδί.
-Αντίνοε, Ευρύμαχε. Ευγενείς της Ιθάκης...
Φέρατε νέα για τον πατέρα μου;
-Νέα; Όχι.
-Ο πατέρας σου έχει πεθάνει από καιρό.
-Δεν μπορείτε να το λέτε αυτό. Δεν έχετε αποδείξεις.
-Όσοι πολέμησαν στην Τροία, έχουν γυρίσει από καιρό.
Ή ο Οδυσσέας είναι νεκρός στη θάλασσα του Ποσειδώνα...
ή επέλεξε να μην γυρίσει.
Να εγκαταλείψει τη μητέρα σου, το βασίλειο του κι εσένα.
-Τώρα η μητέρα σου θα διαλέξει ένα από εμάς...
και θα ξαναπαντρευτεί.
-Μητέρα! Είναι άνδρες κάτω.
Λένε πως ήρθαν για σένα και πως ο πατέρας πέθανε.
-Έφεραν δώρα και πρέπει να τα δεχτώ, το ίδιο και εσύ.
Το έθιμο είναι ξεκάθαρο. Καλωσορίζουμε τους ξένους.
Θα το σεβαστώ όπως έκανε και ο πατέρας σου. Κάνε το ίδιο!
-Ούτε πρόκειται!
-Τέλειωνε Μελάνθη.
-Κυρία. Είσαι ακόμα όμορφη.
Οι ευγενείς της Ιθάκης πέφτουν στα πόδια σου.
Θα δεχτώ αυτούς τους άνδρες κι αυτό είναι όλο.
Δεν θα πάρουν τίποτα που ανήκει στον Οδυσσέα.
Ούτε την περιουσία του, αλλά ούτε και τη γυναίκα του.
-Ο ποταμός της φωτιάς. Άσε με να 'ρθω μαζί σου.
-Όχι. Πρέπει να το διασχίσω μόνος μου.
-Η ψυχή σου θα καεί!
-Ξέρω ότι θέλετε να μ' ακολουθήσετε. Πάντα μ' ακολουθούσατε.
Είσαστε οι πολεμιστές μου.
Δεν ήρθε η ώρα να μπείτε σ' αυτό το σπίτι του θανάτου.
Υποστήκαμε την απώλεια πολλών ανδρών μαζί.
Επιβιώσαμε... μαζί.
Και τώρα μπορεί να μην ξαναϊδωθούμε ποτέ.
-Θα ξαναγυρίσεις!
-Κι αν δεν γυρίσω;
-Δεν θα φτάσουμε στην Ιθάκη χωρίς εσένα!
-Ναι, θα φτάσετε, μόνο εγώ έχω χαθεί.
Κι αν δεν γυρίσω, κωπηλατήστε ασταμάτητα.
Θα φτάσετε στην Ιθάκη.
Σταθείτε! Σταθείτε!
Κάντε πίσω!
Το κριάρι δεν είναι για σας.
Σταθείτε! Σταθείτε!
Σταθείτε!
Άντιφε...πρέπει να μου δείξεις τον Τειρεσία.
Σε παρακαλώ οδήγησε με σ' αυτόν.
Έχεις ρισκάρει πολλά για να βρεις ένα τυφλό προφήτη.
Τειρεσία!
Φέρε το κριάρι και κάνε την προσφορά.
Πρώτα να μου δείξεις το δρόμο.
Είσαι έξυπνος, Οδυσσέα από την Ιθάκη, μα όχι πολύ σοφός.
Έχεις τα μάτια σου καρφωμένα μόνο στο σπίτι σου.
Τυφλωμένος, δεν βλέπεις ότι το ταξίδι αυτό καθορίζει τη ζωή σου.
Μόνο όταν καταλάβεις αυτό, θα ξέρεις το νόημα της σοφίας.
Όχι, τη σοφία θα τη βρω μόνος μου.
Βοήθησε με να βρω το δρόμο για το γυρισμό!
Η απάντηση είναι μπροστά στα μάτια σου κάθε νύχτα.
Σ' αυτή την πλευρά του Βασίλειου του Ποσειδώνα...
...υπάρχει ένας αστερισμός που δεν δύει ποτέ.
...κι έχει σχήμα κυνηγού.
Ο Ωρίωνας!
Ναι! Πλεύσε προς το πλησιέστερο αστέρι του...
...και θα βρεθείς στα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης.
Στη μια πλευρά είναι ένα μοχθηρό πλάσμα, τερατώδες...
... είναι η Σκύλλα. Διψώντας για αίμα, παραμονεύει στα σκοτάδια
...ελπίζοντας να γεμίσει την κοιλιά της.
Και η άλλη;
Η λίμνη Χάρυβδη.
Τα νερά της είναι ήρεμα, σε προσκαλεί να μπεις...
...αλλά είναι σκέτος τρόμος Οδυσσέα! Όταν ανοίξει το στόμα της...
...θα σας καταπιεί όλους με τη δύναμη της.
Από 'δω γιε μου.
Μητέρα!
Ναι, εδώ είμαι κι εγώ!
Μητέρα!
Αυτοκτόνησα από θλίψη.
Δεν μπορούσα άλλο να σε περιμένω.
Μητέρα!
Συγχώρεσε με.
Πρέπει να φύγεις απ' αυτό το μέρος.
Πού είναι η Πηνελόπη;
Σε περιμένει...
Πού;
Βιάσου...άντρες προσπαθούν να κλέψουν τον κόσμο σου.
Η Πηνελόπη ήταν ζωντανή και με περίμενε...
...μα τα λόγια της μητέρας μου έκαψαν τη ψυχή μου...
Οι μνηστήρες δεν θα δίσταζαν να κάνουν τα πάντα...
...για να κλέψουν το βασίλειο μου.
Ποιός είναι αυτός ο βλάκας;
Κοιτάξτε τον ηλίθιο!
Είσαι η βασίλισσα Πηνελόπη;
Είμαι η σύζυγος του βασιλιά Οδυσσέα.
Εγώ ταπεινά...
Είμαι ο ταπεινός...
Τί πρέπει να πω;
Είμαι ο Έλατος από το Δουλίχιον.
Ιδιοκτήτης προβάτων και χοίρων.
Έχω έρθει εδώ...
Είμαι εδώ...
Τί.....
...για να προστεθώ σ' αυτούς τους ευγενείς.
Φέρνω δώρα, χρυσάφι και μαλλί...
μουσική και ταχυδακτυλουργούς για το παλάτι σας.
Παίξτε!
Τα εκλεκτότερα απ' το Δουλίχιον!
Γυναίκα! Φέρε κι άλλο κρασί!
Όχι!
Ελπίζω ο πατέρας μου να πέθανε σαν ήρωας.
Αν είναι ζωντανός μ' έχει ξεχάσει.
Έλα, έλα μαζί μου.
Τη μέρα που οι Θεοί σ' έφεραν σ' εμάς...
...μου πήραν τον πατέρα σου.
Αλλά μου υποσχέθηκε εδώ, μ' εσένα στην αγκαλιά μου...
ότι θα γύριζε ζωντανός, όπως ζωντανό..
είναι αυτό το δέντρο που γύρω του κτίσαμε τον κόσμο μας.
Αν είναι ζωντανός γιατί δεν ήρθε ακόμα;
Ξέρω τον πατέρα σου. Είναι ζωντανός.
Πρέπει να μάθεις και κάτι άλλο.
Τη μέρα που έφυγε ο πατέρας σου, του έδωσα ένα όρκο.
...ότι αν δεν γύριζε μέχρι να γίνεις εσύ άντρας...
... με γένια στο πρόσωπο, θα ξαναπαντρευόμουν.
Θα τηρήσω την υπόσχεση μου.
Έχουμε ακόμα χρόνο για να περιμένουμε...
... δεν έχεις βγάλει γένια ακόμα.
Και αυτοί οι άνδρες;
Θα τους καθυστερώ.
Πάρε με στην κυρία σου.
Βασίλισσα Πηνελόπη...
Όλοι εδώ πιστεύουν πως ο Οδυσσέας είναι νεκρός.
Ναι!
Εγώ όχι!
Σήμερα θα αρχίσω να υφαίνω σάβανο για το χαμένο σύζυγο μου.
Αν δεν εμφανιστεί στην Ιθάκη πριν το τελειώσω...
... θα διαλέξω έναν από εσάς για να πάρει τη θέση του στο πλευρό μου.
Θα φέρω κοπέλες να σε βοηθήσουν.
Μόνη μου πρέπει να το κάνω.
Μόνη; Θα γεράσουμε μέχρι να τελειώσεις!
Φέρατε δώρα στην πόρτα μου...
...σας τα ανταπέδωσα με μια γιορτή. Τώρα βασίζομαι στην τιμή σας.
Γυρίστε στις πατρίδες σας και όταν τελειώσει το έργο μου...
... θα μάθετε την απόφαση μου.
Εδώ θα μείνουμε! Δεν θα φύγουμε μέχρι να διαλέξεις.
Με την ησυχία σου, το κρασί του άντρα σου είναι πολύ καλό.
Ο χειμώνας έγινε καλοκαίρι καθώς πλησιάζαμε...
...στα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης.
Μετά από δοκιμασίες 16 χρόνων, τίποτα δεν μπορούσε ...
να τρομάξει εμένα ή τους συντρόφους μου.
Μα δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ αυτό που μας περίμενε ....
...ανάμεσα σ' αυτούς τους βράχους.
Άντικλε, άναψε ένα δαυλό.
Δεν υπάρχει τίποτα απ' εκεί.
Δώσε μου το δαυλό! Δώσε μου το δαυλό!
Ελπίνορα!
Κωπηλατείτε, Κωπηλατείτε!
Εκεί μέσα είναι;
Έλα! Δοκίμασε εμένα!
Πολίτη, δώσε του την κατσίκα.
- Η Σκύλλα! - Αθηνά προστάτεψε μας!
Κωπηλατείτε! Κωπηλατείτε!
Έλα!
Έλα!
Έλα, πάρε με!
Στα κουπιά! Μείνετε στην άκρη.
Κωπηλατήστε να σωθείτε!
Η Χάρυβδη!
Κρατηθείτε!
Πολίτη, σκαρφάλωσε! Σκαρφάλωσε!
Άντικλε!
Αφέντη! Αφέντη!
Ευρυβάτη! Ευρυβάτη!
Κρατάτε! Κρατάτε!
Άντικλε!
-Αφέντη! Αφέντη! -Άντικλε!
Κρατηθείτε! Κρατηθείτε!
Άντικλε!
Ευρυβάτη!
Ευρύκλεια!
Δεν βλέπεις; Οι άντρες διψάνε!
Αυτό το υφαντό δεν θα τελειώσει ποτέ!
Θα το κάνω εγώ αν θέλεις.
Όχι!
Κλείδωσε την πόρτα.
Αφέντρα;
Την πόρτα!
Δεν υπηρετώ άλλο αυτούς τους βρωμερούς ξένους!
Πίνουν, κοιμούνται όπου βρεθούν.
Σέρνομαι πίσω απ' το γουρούνι τον Έλατο!
Να βλέπω συμπατριώτες μας να τρώνε το βιος σας!
Δεν το αντέχω!
Τουλάχιστο υπάρχει ζωή εδώ στο παλάτι τώρα.
-Μελάνθη! Σιώπα!
-Ναι, για πρόσεξε εσύ!
Είδα πως τρέχεις ξοπίσω αυτό το φίδι τον Ευρύμαχο!
Μου ζήτησε να τον υπηρετήσω.
Δεν μπορώ να αρνηθώ σε φιλοξενούμενο σας!
-Άκου φιλοξενούμενοι!
Οι φιλοξενούμενοι φεύγουν όταν τους το ζητήσουν!
Πόσο ακόμα πρέπει να το ανεχτούμε αυτό;
...να ανεχόμαστε αυτά τα γουρούνια; - Έλα, σταμάτα...
-Ηρέμησε, άκουσε με, άκουσε ...
...διέταξα τον Εύμαιο, δεν θα τους δίνουμε κρέας.
Θα φύγουν. Δεν μπορώ να τους διώξω αλλά...
...άντρες είναι, θα ακολουθήσουν τις άδειες κοιλιές τους.
-Πηνελόπη! Πηνελόπη, νίκησα!
Εγώ, νίκησα εγώ!
Μόνος...
...οι άντρες μου χάθηκαν μπροστά στα μάτια μου,
...έπλεα ασταμάτητα στη θάλασσα του Ποσειδώνα...
...περιμένοντας πότε θα μου έπαιρνε τη ζωή.
-Άνθρωποι! Άνθρωποι!
-Πού είμαι;
-Είσαι ασφαλής.
-Χρειάζομαι νερό.
-Φέρτε του νερό.
-Χρειάζομαι ένα καράβι.
-Δεν υπάρχει εδώ.
-Κανείς δεν έρχεται ή φεύγει απ' το νησί μου.
-Πρέπει να βρω το δρόμο για το σπίτι μου.
-Νερό.
-Είσαι στο σπίτι σου.
-Μην δίνεις σημασία στις υπηρέτριες μου.
Είσαι ο πρώτος άντρας που βλέπουν στη ζωή τους.
-Εγώ η ίδια έχω πάνω από εκατό χρόνια να αντικρίσω άντρα.
Είσαι θεά!
Είμαι η Καλυψώ. ***Κούκλα η Καλυψώ***
Έλα, ξεκουράσου.
Όνειρο είναι.
Όχι. Είναι αληθινό.
Οι άντρες μου...
...τ' αδέρφια μου...
... χάθηκαν όλοι.
-Πρέπει να ξεχάσεις. -Όχι!
Ξέχνα!
-Τηλέμαχε, τί κάνεις εδώ στα σκοτεινά;
-Θα σκοτώσω τον Αντίνοο, όλους αν χρειαστεί.
-Ηρέμησε Τηλέμαχε.
Ο Αντίνοος είναι πολεμιστής, έχει πάει στη μάχη...
...έχει σκοτώσει άντρες, ενώ εσύ όχι.
-Τώρα ήρθε η ώρα!
- Όχι, δεν ήρθε!
Αν τον σκοτώσεις, οι άλλοι δεν θα φύγουν.
Θα τους δώσεις δικαιολογία να στραφούν εναντίον σου.
-Τότε πες μου τι μπορώ τι να κάνω.
- Κάνε αυτό που θα έκανε ο πατέρας σου.
Ζήτα τη βοήθεια αυτών που του είναι ακόμα πιστοί.
-Εγώ, να συγκαλέσω συνέλευση; Ποιός είμαι;
-Ξέρεις ποιός είσαι! Είσαι ο γιος του Οδυσσέα!
Κάλεσε τους εδώ. Θα σ' ακούσουν.
-Ακούστε με καλοί μου άνθρωποι. Ακούστε με...
Εγώ ο Μέντορας, φύλακας του κηρυκείου...
περίμενα πολύ καιρό αυτή τη μέρα.
-Μέντορα, άσε τον να μιλήσει.
-Καλά, εντάξει. Έλα.
-Καλοί μου άντρες, είμαι εγώ, ο πρίγκιπας Τηλέμαχος...
ο γιος του Οδυσσέα, του βασιλιά της Ιθάκης...
που σας κάλεσα σ' αυτό το μέρος.
Μια στρατιά μνηστήρων έχει εισβάλει στο παλάτι μου.
Σφάζουν τα βόδια, τ' αρνιά, τους χοίρους μου για να φάνε.
Σε λίγο δεν θα έχω να φάω εγώ ο ίδιος.
Ενώ δεν έχουν καμιά απόδειξη για το θάνατο...
...του πατέρα μου, ζητούν να πάρουν τη θέση του.
Μπροστά στη μητέρα μου χτυπούν τους υπηρέτες μου...
και βιάζουν τις υπηρέτριες.
Σας ζητάω άντρες της Ιθάκης, στο όνομα του πατέρα μου...
να με βοηθήσετε να απαλλαγώ...
από αυτούς τους αδιάντροπους κλέφτες.
-Καλοί μου άνθρωποι ακούστε με.
Το παιδί λέει ψέματα.
Εμείς οι μνηστήρες δεν παραβήκαμε κανένα νόμο...
δεν πήραμε τίποτα που να μην μας ανήκει δικαιωματικά...
Η ντροπή ανήκει στη μητέρα του.
Της φέραμε πολύτιμα δώρα και τα δέχτηκε ευχαρίστως.
Τώρα πρέπει να διαλέξει έναν από εμάς.
Αυτό είναι το σωστό.
-Είναι δικαίωμα σας.
-Πρέπει να διαλέξει.
-Καλοί μου άνθρωποι!
Κανείς δεν θα χύσει αίμα για γουρούνια και αρνιά.
-Έτσι δεν είναι; -Έτσι!
-Μα ο πατέρας μου... -Είναι νεκρός.
-Θέλεις να με σκοτώσεις. Πες το μου, το βλέπω!
-Σταθείτε σας παρακαλώ. Περιμένετε!
Αφού δεν με βοηθάτε, τότε δώστε μου ένα καράβι.
Θα σαλπάρω απ' την Ιθάκη και θα βρω τον πατέρα μου.
-Είναι ανώφελο Τηλέμαχε.
-Σταθείτε. Σταθείτε.
-Δεν χρειάζεται να τιμωρήσουμε το παιδί.
Αν θέλει καράβι, να του το δώσουμε.
Ε, γέροντες;
-Θα πάρεις το καράβι σου Τηλέμαχε.
-Πάρε το καράβι σου Τηλέμαχε...
και πήγαινε να βρεις τον πατέρα σου.
-Και ποιός ο λόγος παρακαλώ;
-Θα χαθεί σαν τον πατέρα του.
-Κι αν γυρίσει;
-Θα τον υποδεχτούμε...
με μια λόγχη στην πλάτη του.
-Όταν σ' αγγίζω, αναρωτιέμαι πως έγινε αυτή η ουλή.
-Στην Τροία.
Τη μέρα που χάσαμε τον Αχιλλέα.
-Αυτή εδώ; Από μάχη;
-Από αγριογούρουνο.
Ήμουν δεκαπέντε χρονών.
Η μάνα μου έκλαψε. Από χαρά.
-Εδώ πάνω! Εδώ!
-Εδώ! Εδώ!
-Φέρτε τον πίσω!
-Θα έφευγες χωρίς να μ' ευχαριστήσεις...
για την ευγένεια μου;
Δεν βλέπεις;
Κανένας δεν φεύγει απ' το νησί μου.
Κι όσοι ζουν εδώ, υπάρχουν για να με υπηρετούν!
-Θα 'ρθει άλλο καράβι.
-Ίσως. Σε δέκα χρόνια. Μπορεί και ποτέ!
Ξέχνα την Ιθάκη.
Είσαι σπίτι σου τώρα.
-Δεν αποχαιρέτησες τη μητέρα σου.
Η θλίψη είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπο σου.
-Θα προσπαθούσε να μ' εμποδίσει.
Έχεις δίκιο να φοβάσαι τη θάλασσα.
-Δεν τη φοβάμαι!
Δεν έχω φύγει ποτέ απ' την Ιθάκη.
-Μην ανησυχείς.
Οι θεοί σε βλέπουν με καλό μάτι.
-Οι θεοί με καταράστηκαν...
από την πρώτη μέρα που γεννήθηκα.
Άσε με ήσυχο!
-Το κεφάλι σου είναι χοντρό σαν του πατέρα σου.
-Αθηνά!
-Ναι.
-Εσύ είσαι ο Μέντορας;
-Ναι, όποτε το θελήσω.
Μίλησες πολύ καλά στη συνέλευση.
Κράτησες τη ψυχραιμία σου και πήρες το καράβι σου.
-Μα δεν με βοήθησες καθόλου!
-Είσαι γιος του πατέρα σου.
Να θυμάσαι: Οι θεοί δεν προσφέρουν στον άνθρωπο...
... ό,τι πρέπει να κάνει μόνος τους.
Πρέπει να κάνεις αυτό το ταξίδι.
Αυτός ο άνεμος θα σε πάρει.
Πήγαινε.
Πήγαινε πριν φύγει το καράβι χωρίς εσένα.
-Δεν έχω διασχίσει ποτέ τη θάλασσα!
Πού να πάω;
-Στη Σπάρτη.
-Πάμε στη Σπάρτη. Στο Μενέλαο τί θα πω;
-Χρησιμοποίησε το μυαλό σου. Θα σε καθοδηγώ.
-Δεν σ' ακούω...
-Είμαι μόνη μου τώρα.
Για δύο χρόνια ακόμα...
το νησί της Καλυψώς ήταν η φυλακή μου.
Ξεχασμένος από τον έξω κόσμο...
εγκαταλειμμένος από την Αθηνά...
οι ελπίδες μου να ξαναδώ την Πηνελόπη...
άρχισαν να ξεθωριάζουν.
-Ο Ερμής.
-Αυτοπροσώπως.
-Ω, δεν χαίρεται η ερημίτης Καλυψώ που με βλέπει;
-Φύγε από 'δω.
-Καλυψώ, είμαι απλά αγγελιαφόρος.
-Που τ' αρέσει να φέρνει οδυνηρά νέα.
-Δεν κρατώ εγώ τον άνθρωπο αιχμάλωτο!
-Εγώ του έδωσα σπίτι!
-Δεν είναι η μοίρα του Οδυσσέα να πεθάνει στο νησί σου.
Πρέπει να τον ελευθερώσεις χωρίς καθυστέρηση.
Είναι λόγια απ' τα χείλη του ίδιου του Δία.
Ούτε ο Δίας, μα ούτε και κανείς άλλος Θεός...
λυπάται τον Οδυσσέα.
Ο φθόνος σε στέλνει εδώ.
Είναι έξαλλοι που ερωτεύτηκα ένα θνητό...
και τον διάλεξα για σύζυγο μου.
-Καλυψώ...
-Εγώ τον τράβηξα από τη θάλασσα!
Που φρόντισα τις πληγές του!
Ζηλεύετε την ευτυχία μου!
-Μην προκαλείς την οργή του Δία.
Δώσε στον άνθρωπο την ελευθερία του, αλλιώς το νησί σου...
θα βουλιάξει στον πάτο της θάλασσας του Ποσειδώνα!
Τσάγια!
-Σταματήστε!
Πήγαινε πίσω στην Πηνελόπη σου!
-Γιατί;
-Ήρθε καράβι;
-Όχι.
-Τώρα φύγε. Κολύμπα. Δεν με νοιάζει.
Δεν θα προσπαθήσουν να σε σταματήσουν.
Απλά φύγε απ' τα μάτια μου!
-Πριν ένα λεπτό έφυγες από τη σπηλιά...
με τόση αγάπη στα μάτια σου.
Τώρα θέλεις να φύγω;
-Δεν είσαι πια αντάξιος μου. -Γιατί το υφαίνεις αυτό;
-Ήρθε κανένας και σε βρήκε;
Ήταν ο Ερμής;
Πρέπει να με βοηθήσεις να φτιάξω ένα καράβι.
Σε παρακαλώ.
Σε παρακαλώ.
-Στην άλλη πλευρά του νησιού...
σε μια σπηλιά, υπάρχει στεγνό ξύλο...
που ξεβράστηκε στην παραλία όπως εσύ...
όπως κι εσύ!
-Πάρε αυτό.
-Τρυφερό κρέας.
-Τρυφερό κρέας.
Θα το βρω μόνος μου.
Δεν με φοβάσαι...
επειδή είσαι γυναίκα.
Θέλω να σου προσφέρω λίγο κρασί.
Μια σταλιά.
Πες μου.
Γιατί δεν τελειώνει η κυρά σου το υφαντό;
-Κι άλλο!
-Είναι μυστικό.
-Είναι μυστικό...
-Μελάνθη; -Μελάνθη, που είσαι;
-Μελάνθη, που είσαι;
-Μελάνθη;
-Ώστε είναι αλήθεια;
Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Απλά ήθελα να δω.
-Άφησε με!
Λάθος σου.
Η απάτη σου θα φέρει φασαρίες...
Εγώ δεν θα πω ούτε λέξη...
αλλά η υπηρέτρια σου μπορεί να το πει κι αλλού.
-Η Μελάνθη; -Ναι.
Δεν έχω άλλη λύση.
-Δεν θα τους ξεγελάς για πολύ.
Έχεις πολύ καιρό να νιώσεις αντρικό άγγιγμα.
- Δεκάξι χρόνια! -Περισσότερο.
-Πάρε το δικό μου και λύσε αυτή την πολιορκία απόψε.
-Οι άλλοι έρχονται για την περιουσία σου...
εγώ για σένα.
-Δεν μπορώ. Αγαπώ τον άντρα μου.
-Ο άντρας σου... δεν είναι ζωντανός.
-Θα περιμένω την επιστροφή του...
μέχρι ο γιος μου να φέρει αποδείξεις.
-Λυπάμαι.
Εγώ είμαι αυτός που δεν έχει άλλη επιλογή.
- Λυπάμαι.
-Μπορείς να μείνεις αν θέλεις.
Η γυναίκα σου θα έχει γεράσει Οδυσσέα.
Δεν θα με συναγωνίζεται σε ομορφιά.
Καμιά θνητή γυναίκα δεν θα μπορούσε ποτέ να σε φτάσει.
Αγαπώ την Πηνελόπη...
ακόμα κι αν γέρασε όπως κι εγώ.
Κι όταν θα φτάσω στην Ιθάκη...
θα γερνάμε μαζί.
-Μ' εμένα δεν θα γεράσεις ποτέ. Δεν θα πεθάνεις!
Μπορώ να σε κάνω Αθάνατο!
-Προτιμώ μια στιγμή στην αγκαλιά της γυναίκας μου...
για μια στιγμή ως θνητός...
παρά να ζήσω για πάντα χωρίς αυτήν.
-Ποιο είναι αυτό το παιδί που φέρνει ο γιος μου;
-Ο Τηλέμαχος απ' την Ιθάκη, Μεγαλειότατε.
-Καλωσόρισες στη Σπάρτη, ξένε.
-Ορίστε ο Βασιλιάς. Πήγαινε τώρα.
-Καλέ βασιλιά Μενέλαε!
Ταξίδεψα από πολύ μακριά για να σε συναντήσω.
-Έχεις τα ερευνητικά μάτια του πατέρα σου.
Το ίδιο στοχαστικό μέτωπο.
Ναι, πράγματι.
Είσαι πράγματι ο γιος του Οδυσσέα.
-Έφυγα από την Ιθάκη για να σας βρω.
Μπορείτε να με βοηθήσετε;
-Ξέρεις...
σε είδα τη μέρα που γεννήθηκες.
Ήταν η πιο περήφανη, μα και πιο οδυνηρή μέρα...
στη ζωή του πατέρα σου.
Πολεμήσαμε μαζί στην Τροία πλάι-πλάι...
είδαμε τ' αδέρφια μας να πέφτουν στη μάχη...
Ο πατέρας σου σταμάτησε τη σφαγή.
Μας απάλλαξε για να γυρίσουμε στην Ελλάδα.
Αλλά... δεν θα ξαναδεί το σπίτι του.
Είναι νεκρός.
-Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος;
-Ούτε μια μέρα, ούτε μια ώρα...
δεν πέρασε ο Οδυσσέας στην Τροία.
χωρίς εσένα και τη μητέρα σου στην καρδιά του.
Μόνο ο θάνατος...
θα τον εμπόδιζε να γυρίσει στην Ιθάκη.
Αλλά εσύ, εσύ Τηλέμαχε...
πρέπει να γυρίσεις...
και να πολεμήσεις για ό,τι είναι δικό του...
και δικό σου.
Τώρα, πήγαινε.
-Ποσειδώνα!
-Ποσειδώνα!
-Ποσειδώνα!
Τί θέλεις;
-Ποσειδώνα!
Τί θέλεις από εμένα;
-Θέλω να υποφέρεις... κι άλλο!
-Δεν μου έχει απομείνει τίποτα!
Δεν έχω τίποτα!
Μόνο η ζωή μου απέμεινε.
-Ο σκοπός μου δεν είναι να σε σκοτώσω.
Πρέπει να καταλάβεις.
-Τί; Τί; Τί; Τί θέλεις από μένα;
Τί θέλεις να καταλάβω;
Μίλα μου!
Μίλα μου!
-Πως χωρίς την δύναμη των θεών...
ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα!
-Γρήγορα, ελάτε να δείτε!
Κοιτάξτε! Ελάτε να δείτε!
Ήμουν ζωντανός.
Εξαντλημένος από τα κύματα του Ποσειδώνα...
και ακόμα μακριά απ' την Ιθάκη...
μα παρ' όλ' αυτά ζωντανός.
Ήμουν στη χώρα των Φαιάκων...
μια χώρα ναυτικών και ψαράδων.
Χωρίς να ξέρω αν ήμουν ευπρόσδεκτος...
με οδήγησαν στο παλάτι του κυβερνήτη...
του ισχυρού βασιλιά Αλκίνοου.
-Μοιράστηκα μαζί σου το φαγητό μου.
Θα μοιραστείς τώρα μαζί μου το όνομα σου;
-Δεν μπορώ. Το όνομα μου είναι καταραμένο.
Αν βγει από τα χείλη μου, θα σου προκαλέσει μόνο πόνο.
-Μόνο ένα χαμένο ήρωα ξέρω που ενώ οι θεοί...
τον καταράστηκαν και θα μπορούσε να επιβιώσει.
Τον πολυμήχανο Οδυσσέα.
-Εγώ είμαι.
Δεν ονειρεύτηκα ποτέ να δω τον ίδιο τον Οδυσσέα.
Είναι τιμή για όλους τους Φαίακες που ένας ήρωας...
όπως ο Οδυσσέας από την Ιθάκη κάθεται ανάμεσα μας.
Σου δίνω το καλύτερο πλοίο μου φορτωμένο με δώρα και φαγητά
και τους καλύτερους ναύτες απ 'όλους τους Φαίακες...
να σε γυρίσουν με ασφάλεια στην πατρίδα σου.
Οι Φαίακες με μετέφεραν προς την Ιθάκη...
αλλά ήταν ο Ποσειδώνας που μου επέτρεπε να συνεχίσω το ταξίδι μου.
για να σκεφτώ τα λόγια του...
Κατάλαβα ότι δεν ήμουν παρά ένας άνθρωπος στον κόσμο...
τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο!
Τέσσερις νύχτες άυπνος...
το σώμα του θα τον εγκαταλείψει στην Ιθάκη.
-Πάντινε, έλα εδώ.
-Φτιάξε ένα υπνωτικό φίλτρο.
-Έλα, πιες αυτό.
-Ποιός είναι;
-Το τυρί μου!
-Α...αφέντη!
-Το κρασί μου!
-Αφέντη, εσύ είσαι!
Είσαι ζωντανός!
-Εύμαιε!
-Είμαι ζωντανός.
-Εύμαιε!
-Ποιός είναι;
-Ο γιος σου.
Έφυγε πριν ένα χρόνο για να σε βρει...
-Πήγαινε, πήγαινε!
-Τηλέμαχε! Είσαι σώος! -Ναι.
-Κοίτα πως έγινες.
-Πώς είναι η μητέρα μου; -Θα χαρεί που θα σε δει.
-Πες μου για το ταξίδι σου. -Αργότερα. Πρέπει να τη δω.
-Τηλέμαχε!
-Ποιός είναι; Ποιός είν' εκεί;
-Είναι ο πατέρας σου.
-Μην τολμήσεις να ξαναπείς αυτά τα λόγια!
Βγες έξω από 'κει!
-Τί κόλπο είν' αυτό;
-Δεν είναι κόλπο.
-Δεν μπορεί να 'σαι ο πατέρας μου!
Ο Οδυσσέας είναι νεκρός!
-Ο Οδυσσέας είναι ζωντανός...
και στέκεται μπροστά σου.
-Μην πλησιάζεις!
-Σε παρακαλώ, κοίταξε με.
Βλέπεις τον εαυτό σου;
Στο πρόσωπο μου;
-Βλέπω μόνο ένα άντρα...
που δεν σέβεται τη θλίψη ενός παιδιού.
-Όχι, είσαι ο γιος μου...
και αυτά είναι τα χέρια...
που σε έφεραν στον κόσμο ακριβώς εδώ.
Σ' αυτό το χωράφι...
σε κράτησα...
για να δεις όλο τον κόσμο.
Σου έδειξα την Ιθάκη... το σπίτι σου για πρώτη φορά.
Και όταν με πήραν από σένα και τη μητέρα σου...
σε τοποθέτησα στην αγκαλιά της...
στο κρεβάτι που έφτιαξα μ' αυτά τα χέρια.
Πρέπει να στο έχει πει αυτό.
-Πατέρα!
-Αγόρι μου!
-Πατέρα!
-Τους έχω σιχαθεί!
Αυτοί οι άνδρες έχουν μαύρες καρδιές...
δεν νοιάζονται για τίποτα!
-Τώρα θα το βάλουν στα πόδια σαν σκυλιά.
-Ναι!
-Τους αξίζει να πεθάνουν!
-Ναι!
-Και πιο πολύ στον Αντίνοο!
Εύμαιε, πήγαινε τους φαγητό για τη γιορτή τους.
-Δεν θα τους ξαναταΐσω ποτέ! -Θα κάνεις ότι έκανες πάντα!
Εμπιστεύεσαι το πλήρωμα σου;
-Όχι.
Μου το έδωσαν οι μνηστήρες.
-Πες τους ότι θα τους βρεις αργότερα.
Μην πεις σε κανένα ότι ήρθα.
Εντάξει;
Ειδικά στη μητέρα σου.
Έχε υπομονή.
Χρησιμοποίησε το μυαλό σου.
-Γι' αυτό σε αγαπώ Οδυσσέα μου.
Άλλος άντρας μετά από τόσα χρόνια θα' χε τρέξει ...
σπίτι του να αγκαλιάσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του...
και τυφλωμένος από ανυπομονησία...
θα 'χε σφαγιαστεί από τους παρείσακτους.
Μόνο εσύ ξέρεις τι κάνεις.
-Τότε πες μου πως να διατηρήσω τη ζωή μου..
και να απελευθερώσω το σπίτι μου από αυτούς;
-Είσαι σίγουρος πως τους μνηστήρες είναι που φοβάσαι;
-Δεν φοβάμαι τίποτα πια.
Αν με είδες να τρέμω ήταν από οργή.
-Είσαι επιδέξιος ψεύτης Οδυσσέα.
Εγώ ξέρω τί ακριβώς είναι αυτό που φοβάσαι.
Φοβάσαι μήπως η Πηνελόπη σου σε πρόδωσε.
Πρέπει να ξέρω αν η καρδιά της μου ανήκει.
-Σ' αυτό δεν μπορώ εγώ να σε βοηθήσω, αλλά...
μόνο ο γιος σου θα σε γνωρίζει έτσι.
Πήγαινε στο παλάτι σου. Βρες τις απαντήσεις που ζητάς.
-Δεν θα αναγνωρίσεις το σπίτι σου...
όταν δεις πως το κατάντησαν.
Θα θέλεις να τους σκοτώσεις, όσο θέλω κι εγώ!
-Δεν είναι ακόμα ώρα να πολεμήσουμε.
Πρέπει να μάθεις ότι ο θυμός είναι εύκολος...
αλλά να θυμώσεις με τον κατάλληλο άνθρωπο...
στον κατάλληλο χρόνο...
και για τον κατάλληλο λόγο.
Αυτό είναι το δύσκολο!
Καταλαβαίνεις; -Ναι.
-Επανέλαβε το.
-Ησυχία! Ο πρίγκιπας μας...
επανεμφανίστηκε μ' ένα γέρο-ζητιάνο δίπλα του.
-Δικός μου είναι. Θα δώσω την καρδιά του στα σκυλιά.
-Ηρέμησε και σκέψου.
Πρέπει να επιτεθεί πρώτος, αλλιώς...
θα ξεσηκωθεί όλη η Ιθάκη εναντίον μας.
-Δεν πρόκειται να το κάνει πρώτος. Τρέμει μόλις ακούει τη φωνή μου.
-Πρίγκιπα Τηλέμαχε! Καλωσόρισες στην πατρίδα.
Οι θεοί σ' έφεραν πίσω με ασφάλεια.
-Πήγε να βρει τον πατέρα του κι έφερε ένα ψωροζητιάνο.
-Πες μας, γιατί παράτησες την αναζήτηση;
-Πήγα στη Σπάρτη και μίλησα με το βασιλιά Μενέλαο.
Πιστεύω πως πατέρας μου βρίσκεται στο βυθό της θάλασσας.
-Επιτέλους το κατάλαβε! -Άρα βλέπεις ότι έχουμε...
κάποια δικαιώματα στο σπίτι σου;
-Ναι. -Ο μικρός πρίγκιπας γύρισε...
πίσω σαν έντιμος άντρας. -Για κοίτα!
-Έβγαλε και γένια. Η πρώτη γενειάδα.
-Αδύνατη μεν, αλλά είναι γενειάδα.
Καιρός να μπεις στην παλαίστρα, να γίνεις άντρας.
-Αποδέχομαι οποιαδήποτε πρόκληση.
Μα τώρα πρέπει να δω τη μητέρα μου.
Μέχρι τότε, αυτός ο ζητιάνος είναι φιλοξενούμενος μου.
Περιποιηθείτε τον.
Πάρε μια γαβάθα. Θα σε περιποιηθούν.
-Βλέπεις; Σου παρέδωσα ένα αγόρι.
-Δεν μπορώ να τον σκοτώσω στην παλαίστρα!
-Μπορείς!
Με την προϋπόθεση ότι θα επιτεθεί αυτός πρώτος.
-Δεν τον βρήκα.
Μα ξέρω πως ο πατέρας μου είναι ζωντανός.
Μητέρα, πρέπει να μ' ακούσεις.
Βρήκα ένα σοφό γέρο-ζητιάνο.
Ίσως μας βοηθήσει να βρούμε τον πατέρα.
Όταν κοιμηθεί το παλάτι, θα τον φέρω να τον δεις.
Τώρα πρέπει να φύγω. Ο Αντίνοος με προκάλεσε...
και σαν άντρας πρέπει να ανταποκριθώ.
-Ναι, είσαι άντρας τώρα.
-Στη θέση σου ζητιάνε!
-Η πρώτη σου ουλή.
-Μην δεχτείς τέτοια ταπείνωση. Πάρε αυτό.
Έφτασε η μέρα.
-Αντίνοε!
Είσαι νεκρός!
-Έλα λοιπόν. Σκότωσε με.
Σκότωσε με!
Το ήθελες για τρία χρόνια. Δεν είσαι αρκετά άντρας;
-Όχι !!!
Ο θυμός είναι εύκολος...
-Άντε λοιπόν... σκότωσε με!
-Δεν ήρθε ακόμα η κατάλληλη στιγμή.
-Έλα δειλέ! Επιτέθου!
-Συγνώμη! -Μην ντρέπεσαι.
Φρόντισε τις πληγές σου.
Πες στη μητέρα σου ότι χαλιναγώγησες το θυμό σου.
Πήγαινε.
-Η κυρά μου μ' έστειλε να σε περιποιηθώ.
Της είπε ο γιος της.
Ευχαριστώ που του έσωσες τη ζωή.
-Αγαπάς το αγόρι;
-Ο πατέρας του το άφησε...
στη δική μου φροντίδα τη μέρα που γεννήθηκε.
Αυτή η ουλή!
Γνωρίζω αυτή την ουλή!
Αφέντη!
-Μην πεις ούτε λέξη...
αλλιώς όλα θα χαθούν!
-Ευρύκλεια!
-Βασίλισσα, Πηνελόπη!
-Ήθελα να σ' ευχαριστήσω...
και να ζητήσω συγνώμη που σε κακομεταχειρίστηκαν.
-Δεν χρειάζεται.
Εγώ είμαι εδώ μόνο για μια νύχτα.
-Εσύ παγιδευμένη εδώ μέσα... θα πρέπει να μοιάζει αιωνιότητα.
-Ναι. Πρέπει να δώσω τέλος σ' αυτή τη δυστυχία...
ενόσω είναι ακόμα ζωντανός ο γιος μου.
Αύριο θα ορίσω ένα διαγωνισμό...
για το ποιός θα πάρει το χέρι μου.
-Έχεις δίκαιο...
να θέλεις καινούριο σύζυγο.
-Δεν το θέλω αλλά...
τη μέρα που έφυγε ο Οδυσσέας...
με πήρε απ' το χέρι, εδώ, ακριβώς εδώ...
τόσο τρυφερά...
και μου ζήτησε να ορκιστώ ότι θα το έκανα.
Αυτή είναι η τελευταία θυσία που μπορώ να κάνω γι' αυτόν.
-Λοιπόν. Είναι ζωντανός ο Οδυσσέας...
-Ναι.
... και ξέρει τη θλίψη και τον πόνο σου...
και λαχταράει ν' αγγίξει τα χέρια σου...
να σ' αντικρίσει...
να φιλήσει τα χείλη σου... ***γούτσου γούτσου,κ.τ.λ.***
Θα έρθει να σε υπερασπιστεί.
Θα το δεις! Θα έρθει.
-Μακάρι να ήταν αλήθεια!
Καληνύχτα.
-Αύριο... θα πάρω πίσω τον κόσμο μου.
-Πάρε τις λόγχες.
-Τί είναι αυτά τα τσεκούρια;
-Ο Φιλότιος... ο γιδοβοσκός είναι μαζί μας.
Μπορούμε να τον εμπιστευτούμε.
-Πες μας βοσκέ, ποιο είναι το σχέδιο της κυρίας σου;
-Εγώ θα σας το πω.
Αυτό είναι το τόξο του Οδυσσέα, του βασιλιά της Ιθάκης.
Ο άντρας που θα του βάλει χορδή...
και ρίξει ένα βέλος διαμέσου και των δώδεκα τσεκουριών...
θα τον αντικαταστήσει.
-Τί;
-Δεν είναι τρόπος αυτός να διαλέξεις!
Δεν γίνεται!
-Ο πατέρας μου το έκανε.
-Περίμενε! Περίμενε, δεν θα δεις το νικητή;
-Όλοι ίδιοι είστε για μένα.
-Δεν είναι δίκαιο! Δεν έχω ξαναπιάσει τόξο.
Δεν είναι σωστό!
Έχω φέρει 50 πρόβατα και 100 κατσίκες ...
για δώρο από το Δουλίχιον!
-Φέρ' το εδώ βλάκα.
-Είναι αδύνατο.
Δεν θα τα καταφέρει.
-Μόνο δυο προσπάθειες Ευρύμαχε.
-Δεν τα καταφέρνει.
-Όχι, κοντεύει. Άντε.
-Όχι.
-Αντίο Οδυσσέα.
Τήρησα το λόγο μου.
-Ο Τηλέμαχος μας έστειλε στα δωμάτια μας.
Είπε να κλειδωθούμε μέσα.
-Κρύψε τα, γρήγορα.
Αθηνά μείνε μαζί μας.
-Αρκετά περίμενα. Φέρ' το εδώ ψοφίμι.
Κοιτάτε με.
-Έλα Αντίνοε, να δούμε αν θα τα καταφέρεις. Άντε!
-Αν δεν μπορώ να το κάνω εγώ, δεν μπορεί κανείς ζωντανός.
-Μήπως ένας άνθρωπος που θεωρείται νεκρός;
-Τί πας να κάνεις;
Μην είσαι ανόητος!
-Ποιός είσαι γέρο;
-Με γνωρίζετε τώρα;
-Οδυσσέα!
-Οδυσσέα!
-Τηλέμαχε.
Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για το θυμό σου.
-Περίμενε, περίμενε. Στάσου!
Ποιο είναι το έγκλημα μας;
Φερθήκαμε στη γυναίκα σου σαν βασίλισσα.
Φάγαμε απ' το βιος σου αλλά αυτό διορθώνεται.
Δεν σκοτώσαμε κανένα.
-Το έγκλημα είναι πως προσπαθήσατε να κλέψετε τον κόσμο μου...
τον κόσμο που έχτισα με τα χέρια μου και τον ιδρώτα μου...
-Όχι, κανένας...
...και το αίμα μου. Τον κόσμο που μοιράστηκα...
με τη γυναίκα, που μου γέννησε το γιο μου.
Και κανένας ποτέ δεν πρόκειται να μου τον πάρει.
Τώρα θα πεθάνετε όλοι, μέχρι και τον τελευταίο...
μέσα σ' ένα ποτάμι από αίμα.
-Τις λόγχες, να μην πεθάνουμε σαν τα πρόβατα.
-Δεν αξίζει να πεθάνετε για τους αφέντες σας.
-Μελάνθη!
Άνοιξε τις πόρτες!
-Μελάνθη!
-Μελάνθη! Άνοιξε τις πόρτες!
-Όχι! -Άσε με!
-Πατέρα!
-Μην αφήσεις τη μητέρα σου να δει αυτό το δωμάτιο.
Όταν καθαριστεί...
πες της ότι γύρισα.
-Οδυσσέα!
-Ποτέ δεν θα σε ξαναφήσω.
-Πόσο πρέπει ν' άλλαξα!
-Όχι. Είσαι πάντα η ίδια.
-Κι εσύ πάντα ψεύτης Οδυσσέα.
Είκοσι χρόνια έχεις να μ' αντικρίσεις.
-Μόνο μια μέρα ήταν.
-Τότε σε μια μέρα είδες ολόκληρο τον κόσμο.
-Ναι. Και υπάρχουν πολλά πράγματα ιερά και όμορφα...
αλλά τίποτα πιο όμορφο από τον κόσμο ενός άντρα.
που να μπορεί να τον πάρει στα χέρια του...
και να ξέρει ότι είναι πάντα δικός του.
-Ο κόσμος μου είσαι εσύ!
Can't find what you're looking for?
Get subtitles in any language from opensubtitles.com, and translate them here.